«Πτυχία σε μια νύχτα»
Μια υπόγεια αγορά τίτλων σπουδών και πιστοποιητικών φαίνεται να αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια, με στόχο τη βελτίωση της μοριοδότησης υποψηφίων στους πίνακες κατάταξης του ΑΣΕΠ για πρόσληψη στο Δημόσιο. Στην αγορά αυτή, σύμφωνα με καταγγελίες και μαρτυρίες ανθρώπων του χώρου στην Καθημερινή, μεταπτυχιακές εργασίες, πιστοποιήσεις ξένων γλωσσών ή ακόμη και διδακτορικές διατριβές μπορούν να «αγοραστούν» έναντι σημαντικού χρηματικού ποσού. Οι τιμές διαμορφώνονται ανάλογα με το είδος του τίτλου. Μια απλή εργασία για μεταπτυχιακό μάθημα μπορεί να κοστίζει από 150 έως 300 ευρώ, ενώ η τελική μεταπτυχιακή εργασία φτάνει ακόμη και τα 1.000 ή 1.500 ευρώ. Για μια διδακτορική διατριβή, η «ταρίφα» μπορεί να φτάσει από 5.000 έως και 7.000 ευρώ. Τις εργασίες αυτές συχνά αναλαμβάνουν νέοι πτυχιούχοι πανεπιστημίων, οι οποίοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους μέσω εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο. Η ύπαρξη τέτοιων υπηρεσιών δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο εμφανίζονται δεκάδες εταιρείες που διαφημίζουν ανοιχτά υπηρεσίες συγγραφής φοιτητικών εργασιών και ακαδημαϊκών διατριβών επί πληρωμή.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος Γιώργο Χριστόπουλο που μίλησε στην “Κ”, το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως σε μεταπτυχιακά προγράμματα όπου η αξιολόγηση των εργασιών δεν είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Αντίθετα, στις διδακτορικές διατριβές ο έλεγχος είναι συνήθως πιο απαιτητικός, καθώς οι υποψήφιοι καλούνται να υποστηρίξουν δημόσια την εργασία τους μπροστά σε πανεπιστημιακή επιτροπή. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν επίσης τα εξ αποστάσεως προγράμματα σπουδών, ιδίως όταν οι εξετάσεις πραγματοποιούνται διαδικτυακά. Όπως επισημαίνουν εκπαιδευτικοί, σε τέτοιες περιπτώσεις η αξιοπιστία της διαδικασίας είναι δύσκολο να διασφαλιστεί. Καταγγελίες έχουν φτάσει μάλιστα σε εκπαιδευτικούς φορείς για μεταπτυχιακά προγράμματα του εξωτερικού που προσφέρονται εξ αποστάσεως σε εκπαιδευτικούς, με στόχο τη συγκέντρωση μορίων για διορισμό ή υπηρεσιακή εξέλιξη.
Αναφορές υπάρχουν και για πανεπιστήμια του εξωτερικού, κυρίως από χώρες των Βαλκανίων, όπου –σύμφωνα με στελέχη του υπουργείου Παιδείας– η απόκτηση πτυχίου φέρεται να είναι ιδιαίτερα εύκολη ακόμη και για φοιτητές που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα της χώρας. Παρόμοια προβλήματα εντοπίζονται και στον τομέα των πιστοποιήσεων ξένων γλωσσών. Στην Ελλάδα, κάθε υποψήφιος για πρόσληψη στο Δημόσιο μπορεί να δηλώσει έως τρεις ξένες γλώσσες με διαφορετικό επίπεδο γνώσης, γεγονός που προσφέρει σημαντική μοριοδότηση. Ωστόσο έχουν υπάρξει περιπτώσεις υποψηφίων που κατείχαν πιστοποιητικό ξένης γλώσσας χωρίς να μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν στην πράξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν καταγγελίες για κέντρα ξένων γλωσσών που υπόσχονται μετάβαση από επίπεδο Β2 σε C2 μέσα σε λίγους μήνες. Εκπαιδευτικοί ξένων γλωσσών επισημαίνουν ότι ακόμη και για έναν ιδιαίτερα ικανό μαθητή απαιτείται τουλάχιστον ενάμισης χρόνος για να καλυφθεί αυτή η διαφορά επιπέδου.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι στην Ελλάδα λειτουργούν δεκάδες φορείς πιστοποίησης αγγλικής γλώσσας. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σε μια χώρα δέκα εκατομμυρίων κατοίκων υπάρχουν 47 φορείς πιστοποίησης, όταν στη Γερμανία των 80 εκατομμυρίων λειτουργούν μόλις τρεις. Αντίστοιχα ερωτήματα εγείρονται και για τις πιστοποιήσεις γνώσης ηλεκτρονικών υπολογιστών. Για τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς του Δημοσίου απαιτείται συχνά πιστοποιητικό πληροφορικής, όπως το ECDL. Ωστόσο, σύμφωνα με καταγγελίες που έχουν φτάσει σε εκπαιδευτικές οργανώσεις, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η πιστοποίηση αποκτήθηκε μέσα σε ένα μόνο Σαββατοκύριακο.
Η δυσκολία ελέγχου αυτών των φαινομένων είναι σημαντική. Το ΑΣΕΠ μπορεί να ελέγξει μόνο αν ένας φορέας πιστοποίησης είναι τυπικά αναγνωρισμένος, όχι όμως την ουσιαστική αξιοπιστία των τίτλων που εκδίδει. Με βάση το προεδρικό διάταγμα του 2022, την αρμοδιότητα ουσιαστικού ελέγχου των πιστοποιητικών έχει επιτροπή του υπουργείου Παιδείας, η οποία όμως μέχρι σήμερα δεν έχει συγκροτηθεί. Ο πρόεδρος του ΑΣΕΠ Θάνος Παπαϊωάννου αναγνωρίζει ότι το θέμα είναι υπαρκτό και χρειάζεται σοβαρή μελέτη σε συνεργασία με τα αρμόδια υπουργεία. Την ίδια στιγμή επισημαίνει ότι οι καταγγελίες δεν αφορούν απαραίτητα τη μεγάλη πλειονότητα των υποψηφίων, αλλά δεν μπορούν και να αγνοηθούν. Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα σημαντικό βήμα για τη διασφάλιση αξιοκρατίας ήταν η καθιέρωση του γραπτού διαγωνισμού ως βασικού κριτηρίου πρόσληψης στο Δημόσιο. Ωστόσο, όπως τονίζει, ίσως χρειαστεί να επανεξεταστεί συνολικά το σύστημα μοριοδότησης τίτλων και πιστοποιήσεων. Το ζήτημα των «τίτλων εξπρές» αναδεικνύει μια ευρύτερη πρόκληση για το εκπαιδευτικό και διοικητικό σύστημα της χώρας: πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι τα προσόντα που δηλώνονται αντανακλούν πραγματικές γνώσεις και όχι απλώς ένα ακόμη «χαρτί» στον φάκελο ενός υποψηφίου.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0