17 Νοέμβρη ΣΚΑΙ: Οι μάχες, τα φιάσκα και η πίεση που οδήγησε στο τέλος της οργάνωσης
Γνωστά αλλά και λιγότερο φωτισμένα περιστατικά από τη μακρόχρονη και αιματηρή δράση της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη παρουσιάζονται στο τρίτο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ «Φάκελος 17Ν» του Αλέξη Παπαχελά. Η περίοδος της δεκαετίας του ’90 αναδεικνύεται ως μια εποχή κατά την οποία τα μέλη της οργάνωσης θεωρούσαν ότι κινούνται σχεδόν ανεμπόδιστα, ενώ οι διωκτικές αρχές βρέθηκαν δύο φορές πολύ κοντά στην εξάρθρωσή της χωρίς όμως να καταφέρουν να φτάσουν στο τελικό αποτέλεσμα. Η πρώτη σημαντική ευκαιρία για την αστυνομία παρουσιάστηκε τον Νοέμβριο του 1991 στα Σεπόλια. Μέλη της επιχειρησιακής ομάδας της 17 Νοέμβρη προσπαθούσαν να κλέψουν αυτοκίνητα προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν σε μελλοντικές επιθέσεις. Η αστυνομία ενημερώθηκε και έσπευσε στο σημείο, γεγονός που οδήγησε σε πραγματική ανταλλαγή πυρών. Οι τρομοκράτες ήταν βαριά οπλισμένοι και δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν ακόμη και χειροβομβίδες για να σπάσουν τον αστυνομικό κλοιό. Δύο αστυνομικοί τραυματίστηκαν σοβαρά, ενώ τα μέλη της οργάνωσης κατάφεραν τελικά να διαφύγουν με έναν απροσδόκητο τρόπο: επιβιβάστηκαν σε ταξί και χάθηκαν μέσα στην πόλη.
Ο καταδικασμένος σε ισόβια Δημήτρης Κουφοντίνας, που εμφανίζεται στο ντοκιμαντέρ, περιγράφει το περιστατικό ως μια σχεδόν σουρεαλιστική σκηνή με πυροβολισμούς και εκρήξεις, ενώ θυμάται τον ταξιτζή να ζητά χρόνο για να μαζέψει τις εισπράξεις του πριν φύγουν από το σημείο. Όπως αναφέρει, όταν αργότερα κοίταξε το όχημα διαπίστωσε ότι ήταν γεμάτο τρύπες από σφαίρες, γεγονός που δείχνει πόσο κοντά βρέθηκαν στον κίνδυνο.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1992, η αστυνομία βρέθηκε ξανά μπροστά σε μια ευκαιρία που όμως χάθηκε. Η υπόθεση έμεινε γνωστή ως «φιάσκο της Ριανκούρ». Μια γυναίκα, της οποίας η ταυτότητα δεν αποκαλύφθηκε ποτέ, ενημέρωσε τις αρχές ότι μέλη της 17 Νοέμβρη επρόκειτο να συγκεντρωθούν την επόμενη ημέρα στην οδό Λουίζης Ριανκούρ στους Αμπελοκήπους, πιθανότατα για να πραγματοποιήσουν επίθεση σε δικαστικό λειτουργό. Η αστυνομία κινητοποιήθηκε μαζικά. Δεκάδες αστυνομικοί με πολιτικά τοποθετήθηκαν στην περιοχή, ενώ ταυτόχρονα τέθηκαν υπό προστασία περίπου 60 δικαστικοί λειτουργοί. Η επιχείρηση όμως κατέρρευσε την τελευταία στιγμή. Ένας αστυνομικός που εντόπισε το αυτοκίνητο των υπόπτων τηλεφώνησε από κοντινό περίπτερο για να δώσει τον αριθμό κυκλοφορίας. Οι τρομοκράτες αντιλήφθηκαν την κίνηση και αποχώρησαν αμέσως. Ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας προσπάθησε να τους παρακολουθήσει από διαφορετικό δρόμο, όμως έχασε την οπτική επαφή. Το περιστατικό χαρακτηρίστηκε αργότερα ως μια από τις μεγαλύτερες επιχειρησιακές αποτυχίες της εποχής.
Σύμφωνα με την εκδοχή που παρουσιάζει ο Κουφοντίνας, η ομάδα είχε εντοπίσει ύποπτη παρουσία αστυνομικών και αποφάσισε να αποχωρήσει εγκαίρως, αποφεύγοντας τη σύλληψη. Ο ίδιος ισχυρίζεται ακόμη ότι σε διάφορες περιπτώσεις υπήρξαν στιγμές όπου τρομοκράτες και αστυνομικοί βρέθηκαν σε πολύ κοντινή απόσταση χωρίς να υπάρξει σύλληψη. Το ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει επίσης ένα άκρως απόρρητο έγγραφο της αστυνομίας από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, πιθανότατα βασισμένο σε πληροφορίες γαλλικών υπηρεσιών, στο οποίο το όνομα του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου εμφανιζόταν ήδη από το 1991 ως πιθανό μέλος της οργάνωσης. Παρά τις ενδείξεις, οι αρχές δεν κατάφεραν τότε να τον εντοπίσουν, ενώ θεωρούσαν ότι ζούσε στη Γαλλία.
Τον Ιούλιο του 1992 σημειώθηκε ένα από τα πιο τραγικά περιστατικά της δράσης της 17 Νοέμβρη. Η οργάνωση επιχείρησε να δολοφονήσει τον τότε υπουργό Οικονομικών Γιάννη Παλαιοκρασσά με ρουκέτα. Η επίθεση απέτυχε, όμως σκοτώθηκε ο 20χρονος φοιτητής Θάνος Αξαρλιάν, που βρισκόταν τυχαία στο σημείο. Η δολοφονία του συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και άλλαξε το κλίμα απέναντι στην τρομοκρατική οργάνωση, ενισχύοντας την κοινωνική πίεση για την εξάρθρωσή της.
Στα επόμενα χρόνια η 17 Νοέμβρη συνέχισε τη δράση της, πραγματοποιώντας σειρά επιθέσεων, μεταξύ των οποίων και τη δολοφονία του εφοπλιστή Κώστα Περατικού το 1997. Η διεθνής πίεση προς την Ελλάδα αυξανόταν, ιδιαίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες επέκριναν την αναποτελεσματικότητα των ελληνικών αρχών. Το 1999, μετά από κυβερνητικό ανασχηματισμό, το υπουργείο Δημόσιας Τάξης ανέλαβε ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης. Ο ίδιος περιγράφει στο ντοκιμαντέρ μια έντονη στιγμή όταν δέχθηκε στο γραφείο του τον πατέρα του δολοφονημένου εφοπλιστή, ο οποίος του απηύθυνε σκληρή κριτική για την αδυναμία του κράτους να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία.
Ιδιαίτερη εντύπωση του προκάλεσε επίσης μια συνάντηση με τον τότε επικεφαλής της CIA Τζορτζ Τένετ. Όπως αφηγείται, η συζήτηση ήταν αυστηρή και γεμάτη πίεση, με τον Αμερικανό αξιωματούχο να ζητά επιτακτικά να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα για τον τερματισμό της δράσης της οργάνωσης. Η δολοφονία του Βρετανού στρατιωτικού ακολούθου Στίβεν Σόντερς το 2000 αποτέλεσε σημείο καμπής. Η διεθνής κατακραυγή και η προοπτική των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 αύξησαν δραματικά την πίεση προς τις ελληνικές αρχές, οδηγώντας τελικά στα γεγονότα που σηματοδότησαν την αρχή του τέλους για την τρομοκρατική οργάνωση.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0