Η αγάπη που έγινε ίδρυμα: Η προσωπική τραγωδία που γέννησε το Δρομοκαΐτειο
Υπάρχουν τόποι που κουβαλούν μέσα τους μια βαριά σιωπή. Όχι τη σιωπή της εγκατάλειψης, αλλά εκείνη που γεννιέται όταν ο άνθρωπος παλεύει με κάτι αόρατο. Το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής «Δρομοκαΐτειο» είναι ένας τέτοιος τόπος. Ένας χώρος που για περισσότερο από έναν αιώνα υποδέχεται ανθρώπους που κάποια στιγμή έχασαν το έδαφος μέσα τους – ανθρώπους που δεν εγκατέλειψαν τη ζωή, αλλά εγκαταλείφθηκαν από το ίδιο τους το μυαλό. Η ιστορία του δεν είναι απλώς η ιστορία ενός νοσοκομείου. Είναι μια ιστορία εθνικής τραγωδίας, προσωπικού πόνου, κοινωνικού στίγματος και, τελικά, αξιοπρέπειας. Για να κατανοήσει κανείς τι πραγματικά συμβολίζει το Δρομοκαΐτειο, πρέπει να επιστρέψει στη φλόγα του 1822, στη Σφαγή της Χίου, όταν το νησί παραδόθηκε στη φωτιά και στο αίμα. Ανάμεσα στους χιλιάδες αιχμαλώτους ήταν και ένα παιδί: ο Ζώρζης Δρομοκαΐτης.
Ο μετέπειτα εθνικός ευεργέτης πουλήθηκε ως δούλος στην Κωνσταντινούπολη. Σώθηκε τυχαία – ή ίσως μοιραία – όταν τον αγόρασε συγγενής του. Από εκείνο το σημείο η ζωή του έγινε μια διαρκής προσπάθεια αναγέννησης. Δούλεψε σκληρά, στέρησε από τον εαυτό του κάθε περιττή άνεση, ταξίδεψε στη Μέση Ανατολή, στη Μασσαλία, στη Μαδαγασκάρη. Έγινε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες εμπόρους της εποχής. Όμως η ιστορία του δεν κορυφώθηκε στην οικονομική επιτυχία. Κορυφώθηκε στην προσωπική του οδύνη. Η σύζυγός του, Ταρσή, προσβλήθηκε από σοβαρή ψυχική νόσο. Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, η ψυχική ασθένεια δεν αντιμετωπιζόταν ως ιατρικό ζήτημα, αλλά ως κοινωνική ντροπή ή ως θεϊκή δοκιμασία. Οι πάσχοντες κλείνονταν μακριά από τα βλέμματα, σε μοναστήρια, σε υπόγεια, σε πρόχειρα «σωφρονιστήρια» που περισσότερο θύμιζαν φυλακές παρά χώρους φροντίδας. Η Ταρσή οδηγήθηκε στο φρενοκομείο που λειτουργούσε τότε στη Μονή Δαφνίου. Οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες: μικροί, ασφυκτικοί χώροι, περιορισμός, αλυσίδες, εγκατάλειψη.

Ζώρζης Δρομοκαΐτης
Όταν ο Δρομοκαΐτης αντίκρισε τη γυναίκα του δεμένη, σε ένα περιβάλλον που ταπείνωνε την ανθρώπινη ύπαρξη, κάτι ράγισε οριστικά μέσα του. Δεν θέλησε απλώς να ανακουφίσει τον δικό του πόνο. Θέλησε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιμετώπιζε την τρέλα. Εκείνη την εποχή, στην Ευρώπη είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται μια νέα αντίληψη για την ψυχική νόσο. Ο Γάλλος ψυχίατρος Philippe Pinel είχε αφαιρέσει τις αλυσίδες από τους ασθενείς στο Παρίσι και είχε μιλήσει για «ηθική θεραπεία», για την ανάγκη να αντιμετωπίζεται ο ψυχικά πάσχων ως άνθρωπος και όχι ως επικίνδυνο ον. Η Ελλάδα, όμως, καθυστερούσε. Δεν υπήρχε οργανωμένο άσυλο. Οι ψυχικά ασθενείς στοιβάζονταν σε χώρους χωρίς ιατρική φροντίδα, χωρίς επιστημονική προσέγγιση, χωρίς ελπίδα. Το στίγμα ήταν βαρύτερο από την ίδια την ασθένεια. Ο Δρομοκαΐτης, λίγο πριν από τον θάνατό του το 1880, πήρε μια απόφαση που ξεπερνούσε τα όρια της φιλανθρωπίας. Άφησε στη διαθήκη του το τεράστιο για την εποχή ποσό των 500.000 γαλλικών φράγκων για την ίδρυση ενός ιδιωτικού φρενοκομείου στην Αθήνα. Δεν προέβλεψε μόνο την ανέγερση των κτιρίων, αλλά και τη διαρκή συντήρησή τους από τους τόκους του κεφαλαίου. Ήθελε ένα ίδρυμα βιώσιμο, οργανωμένο, επιστημονικά στελεχωμένο. Και ζήτησε να φέρει το όνομά του και το όνομα της συζύγου του. Μια πράξη αγάπης που μετατράπηκε σε θεσμική μεταρρύθμιση.
Την 1η Οκτωβρίου 1887 το «Φρενοκομείον Ζωρζή και Ταρσής Δρομοκαΐτου» άνοιξε τις πύλες του. Ήταν η πρώτη οργανωμένη απόπειρα της ελεύθερης Ελλάδας να αντιμετωπίσει την ψυχική νόσο με επιστημονικούς όρους. Τα πρώτα κτίρια χωρίζονταν σε πτέρυγες ανδρών και γυναικών, ήρεμων και ανήσυχων ασθενών. Υπήρχαν εργαστήρια, υδροθεραπευτήριο, φαρμακείο, ναός. Η ίδια η αρχιτεκτονική του συγκροτήματος εξέπεμπε την ιδέα της τάξης, της φροντίδας, της συστηματικής μέριμνας. Δεν ήταν απλώς ένα νοσοκομείο. Ήταν η αναγνώριση ότι ο ψυχικά ασθενής δεν αποτελεί περιθώριο, αλλά πολίτη με δικαιώματα.
Στους θαλάμους του Δρομοκαΐτειου πέρασαν σπουδαίες μορφές της ελληνικής τέχνης και γραμματείας. Ο Γεώργιος Βιζυηνός άφησε εκεί την τελευταία του πνοή το 1896. Ο Ρώμος Φιλύρας έζησε χρόνια εγκλεισμού. Ο ζωγράφος Νικόλαος Δραγούμης, ο λογοτέχνης Μιχαήλ Μητσάκης και άλλοι δημιουργοί γνώρισαν την εσωτερική κατάρρευση σε μια κοινωνία που δεν είχε ακόμη τα εργαλεία να διαχειριστεί την ψυχική ευαλωτότητα. Συχνά η τρέλα ρομαντικοποιήθηκε, συνδέθηκε με την ιδιοφυΐα, με την καλλιτεχνική έξαρση. Όμως πίσω από κάθε τέτοια αφήγηση υπήρχε ανθρώπινος πόνος. Υπήρχαν πρόσωπα που ξυπνούσαν το πρωί χωρίς να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, που πάλευαν με σκέψεις ξένες, με φωνές αμείλικτες, με σκιές που δεν έφευγαν. Με το πέρασμα των δεκαετιών, το Δρομοκαΐτειο άλλαξε. Η ψυχιατρική προχώρησε. Η φαρμακοθεραπεία, η ψυχοθεραπεία, τα προγράμματα αποκατάστασης και επανένταξης μετέβαλαν ριζικά την εικόνα της νοσηλείας. Σήμερα το ίδρυμα διαθέτει εκατοντάδες κλίνες, εξειδικευμένο προσωπικό, μονάδες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, οικοτροφεία και ξενώνες. Χιλιάδες ασθενείς εξυπηρετούνται κάθε χρόνο. Δεν είναι πια τόπος απλής φύλαξης, αλλά χώρος θεραπείας και προσπάθειας επιστροφής στην κοινωνική ζωή.
Κι όμως, παρά την πρόοδο της επιστήμης, το στίγμα επιμένει. Πολλοί ακόμη φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια. Πολλοί ντρέπονται να μιλήσουν για την κατάθλιψη, για το άγχος, για τη διπολική διαταραχή, για τη σχιζοφρένεια. Η ψυχική νόσος εξακολουθεί να προκαλεί αμηχανία, φόβο, αποσιώπηση. Το Δρομοκαΐτειο στέκει ως υπενθύμιση ότι η ψυχική ασθένεια δεν είναι ηθικό ελάττωμα, ούτε αδυναμία χαρακτήρα. Είναι ανθρώπινη εμπειρία, μέρος της εύθραυστης φύσης μας. Το πιο δύσκολο κομμάτι για όσους φτάνουν εκεί δεν είναι η διάγνωση. Είναι η στιγμή που αντιλαμβάνονται ότι ο εσωτερικός τους κόσμος διαλύεται. Ότι οι σκέψεις τους γίνονται ξένες. Ότι η κατάθλιψη βαραίνει σαν μολύβι στο στήθος. Ότι οι φωνές δεν σωπαίνουν. Οι άνθρωποι αυτοί δεν επέλεξαν να χαθούν. Το μυαλό τους στράφηκε εναντίον τους. Στους διαδρόμους του Δρομοκαΐτειου έχουν ακουστεί κραυγές, προσευχές, ψίθυροι. Έχουν υπάρξει υποτροπές και μικρά θαύματα. Επιστροφές στην οικογένεια και μοναχικές διαδρομές. Εκεί μέσα δεν υπάρχει ρομαντισμός. Υπάρχει προσπάθεια, επιστημονική γνώση, αγώνας για σταθερότητα.
Ο Ζώρζης Δρομοκαΐτης δεν έχτισε απλώς ένα κτίριο. Έθεσε τα θεμέλια μιας νέας ηθικής στάσης απέναντι στην ψυχική νόσο. Σε μια εποχή που η «τρέλα» κλεινόταν πίσω από κάγκελα, εκείνος μίλησε για αξιοπρέπεια. Σε μια κοινωνία που φοβόταν το διαφορετικό, εκείνος το αναγνώρισε ως ανάγκη φροντίδας. Το Δρομοκαΐτειο παραμένει ένα μνημείο μνήμης – για μια γυναίκα που υπέφερε, για έναν άνδρα που πένθησε και για χιλιάδες ανθρώπους που πάλεψαν και παλεύουν με τον ίδιο τους τον νου. Και ίσως, τελικά, είναι μια διαρκής υπενθύμιση ότι κανείς δεν είναι άτρωτος απέναντι στο σκοτάδι. Όμως κανείς δεν πρέπει να μένει μόνος μέσα σε αυτό.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0