Τι έμαθε η Ευρώπη από την κρίση της Γροιλανδίας

Ιαν 24, 2026 - 09:25
 0
Τι έμαθε η Ευρώπη από την κρίση της Γροιλανδίας

Η εδαφική ακεραιότητα ως «ιερή» ευρωπαϊκή αρχή δοκιμάστηκε από τη ρωσική επιθετικότητα και τις αμερικανικές πιέσεις. Οι Βρυξέλλες απάντησαν με ενότητα και οικονομική ισχύ. Στην Ουάσιγκτον, όμως, ανοίγει ένα δεύτερο μέτωπο: μπορεί το Κογκρέσο να βάλει φρένο στις βλέψεις Τραμπ για την Αρκτική; Αν οι Ευρωπαίοι χρειάζονταν άλλη μια υπενθύμιση για το πόσο λίγο τους υπολογίζει ο Ντόναλντ Τραμπ, το Νταβός τους την πρόσφερε απλόχερα. Η σκωπτική του διάθεση και η εμφανής αντιπάθεια προς τους Ευρωπαίους συνομιλητές του, στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στην Ελβετία, έμοιαζαν με μια δημόσια επίδειξη περιφρόνησης απέναντι σε συμμάχους που επί δεκαετίες στηρίχθηκαν στην αμερικανική «ομπρέλα» ασφάλειας.

Κι όμως, μέσα στο ίδιο σκηνικό, η Ευρώπη φάνηκε να αποκομίζει ένα δεύτερο μάθημα – ίσως πιο χρήσιμο και πιο πρακτικό από την ίδια την προσβολή. Όταν οι 27 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ στάθηκαν ενωμένοι πάνω στην αρχή της εδαφικής ακεραιότητας και της κρατικής κυριαρχίας, και όταν προειδοποίησαν ότι διαθέτουν συγκεκριμένα και επώδυνα οικονομικά αντίμετρα, έφτασαν στο σημείο να προκαλέσουν αυτό που εκλήφθηκε ως υποχώρηση του Τραμπ στο ζήτημα της Γροιλανδίας. Η επιμονή στην κυριαρχία και στο απαραβίαστο των συνόρων δεν είναι απλώς ένα «νομικό σύνθημα» για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Είναι ο θεμέλιος λίθος του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού σχεδίου, χτισμένος πάνω στα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε, ο επιθετικός ιμπεριαλισμός των μεγάλων δυνάμεων άφησε πίσω του εκατομμύρια νεκρούς, κατεστραμμένες κοινωνίες και μια ήπειρο που έμαθε – με το πιο σκληρό τίμημα – ότι τα μικρά κράτη δεν επιβιώνουν αν δεν προστατεύονται συλλογικά από τις ορέξεις των ισχυρών.

aerial view of city buildings near body of water during daytime

Σήμερα, η Ευρώπη βλέπει να επιστρέφει, με διαφορετικές στολές, η ίδια λογική της επέκτασης. Η Ρωσία συνεχίζει την προσπάθειά της να υποτάξει την Ουκρανία, παρότι είχε αναγνωρίσει την κυριαρχία της σε διαδοχικές διεθνείς συμφωνίες. Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες – ο παραδοσιακός εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας – βρέθηκαν να απαιτούν από τη Δανία, σύμμαχο τόσο στην Ε.Ε. όσο και στο ΝΑΤΟ, να παραδώσει τη Γροιλανδία, ένα αυτοδιοικούμενο έδαφος που όμως εξακολουθεί να υπάγεται στο δανικό στέμμα. Για τους Ευρωπαίους, η εικόνα ήταν εξαιρετικά ενοχλητική: από τη μία, μια αναθεωρητική Ρωσία που επιχειρεί να «σβήσει» σύνορα στην πράξη· από την άλλη, μια Αμερική που φαίνεται να αμφισβητεί την ίδια αρχή, με πολιτικούς και οικονομικούς εκβιασμούς.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στις Βρυξέλλες, η εδαφική ακεραιότητα χαρακτηρίζεται «κόκκινη γραμμή». Τη διατυπώνει η Ευρωπαϊκή Ένωση ως πολιτική ένωση 27 κρατών, αλλά και το ΝΑΤΟ ως στρατιωτική συμμαχία 32 χωρών. Σε έναν κόσμο όπου η επίκληση του διεθνούς δικαίου συχνά μοιάζει ρομαντική, η Ευρώπη εξακολουθεί να ακουμπά στον Χάρτη του ΟΗΕ, στις Συμφωνίες του Ελσίνκι και στις βασικές αρχές που επιμένουν στο απαραβίαστο των συνόρων. Για πολλούς Ευρωπαίους αξιωματούχους, αυτή δεν είναι επιλογή ύφους, αλλά ζήτημα επιβίωσης: αν γίνει αποδεκτή η αλλαγή συνόρων χωρίς συναίνεση, τότε ολόκληρη η αρχιτεκτονική ασφάλειας της ηπείρου κλονίζεται.

Ακριβώς εκεί εστίασε και ο Ίαν Λέσερ, επικεφαλής του γραφείου των Βρυξελλών του German Marshall Fund. Η δυνατότητα να αμφισβητούνται σύνορα με τη χρήση ή την απειλή βίας, υπονομεύει την καρδιά της ευρωπαϊκής ασφάλειας και των μεταπολεμικών φιλοδοξιών της ηπείρου. Ο πόλεμος στην Ουκρανία το έφερε στην πρώτη γραμμή. Όμως το πραγματικό σοκ, κατά την ίδια λογική, είναι ότι η χώρα που θεωρούνταν ο κύριος εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας δείχνει πρόθυμη να «παίξει» με την ίδια αρχή της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας.

smokes on sea

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Μαρκ Λέοναρντ, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, περιέγραψε μια ήπειρο που επανανακαλύπτει την αξία της κυριαρχίας υπό την πίεση των «μεγάλων δυνάμεων» – της Κίνας, της Ρωσίας και πλέον των Ηνωμένων Πολιτειών. Επί δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ιδέα βασίστηκε στο «χαλιναγώγημα» της κυριαρχίας και στη μεταφορά της σε πολυμερείς θεσμούς, σε μια λογική κοινών κανόνων. Σήμερα, όμως, ο κόσμος αλλάζει με τρόπο που μετασχηματίζει και την ίδια τη φύση της Ε.Ε. Οι Ευρωπαίοι, κατά την ανάλυσή του, καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν να σώσουν μόνοι τους την παγκόσμια «τάξη βασισμένη σε κανόνες», αλλά μπορούν τουλάχιστον να επιμείνουν να επιβιώσει εντός Ευρώπης. Γι’ αυτό, η Ουκρανία και η Γροιλανδία δεν είναι «παράλληλες κρίσεις», αλλά κομβικά πεδία όπου δοκιμάζεται η ίδια αρχή.

person in black winter jacket holding black stick on snow covered ground during daytime

Στο Νταβός ακούστηκε, άλλωστε, και μια πιο ωμή διατύπωση του νέου κόσμου. Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, μίλησε για το τέλος της παλιάς διεθνούς τάξης και κάλεσε τις «μεσαίες δυνάμεις» – όπως ο Καναδάς και η Ευρώπη – να φτιάξουν νέες συμμαχίες, καθώς οι μεγάλες δυνάμεις εγκαταλείπουν τις μεταπολεμικές νόρμες και μετατρέπουν τα οικονομικά εργαλεία σε όπλα: την οικονομική διασύνδεση σε μέσο πίεσης, τους δασμούς σε μοχλό επιβολής, τις χρηματοπιστωτικές υποδομές σε μηχανισμό εξαναγκασμού, τις εφοδιαστικές αλυσίδες σε ευπάθειες προς εκμετάλλευση. Το συμπέρασμά του ήταν κυνικό, αλλά καθαρό: όταν οι κανόνες δεν σε προστατεύουν, πρέπει να προστατεύσεις εσύ τον εαυτό σου.

Η Ευρώπη δείχνει ότι έχει αρχίσει να το παίρνει στα σοβαρά. Στο Ουκρανικό, αντιστάθηκε στις πιέσεις που ήθελαν το Κίεβο να παραχωρήσει στη Ρωσία εδάφη που η Μόσχα δεν έχει κατακτήσει. Και επέμεινε πως ακόμη κι αν μια μελλοντική συμφωνία αφήσει ρωσικά στρατεύματα να κατέχουν περίπου το 20% της Ουκρανίας, η κατοχή αυτή δεν θα αναγνωριστεί ποτέ ως μόνιμη – ούτε καν για την Κριμαία. Παράλληλα, η Ευρώπη έχει δώσει – συνολικά – περισσότερα χρήματα και στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία από ό,τι οι Ηνωμένες Πολιτείες, και κάλυψε σε μεγάλο βαθμό το κενό όταν η κυβέρνηση Τραμπ έκοψε τη χρηματοδότηση προς το Κίεβο. Πρόσφατα, οι Ευρωπαίοι συμφώνησαν σε νέο πακέτο οικονομικής και στρατιωτικής ενίσχυσης ύψους 90 δισ. ευρώ.

Στο μέτωπο της Γροιλανδίας, η ευρωπαϊκή απάντηση είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: δεν περιορίστηκε σε δηλώσεις. Η δεύτερη προεδρία Τραμπ, όπως περιέγραφε ανώτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος (μιλώντας ανώνυμα λόγω της ευαισθησίας των σχέσεων), δίδαξε ότι η αρχική στρατηγική των φιλοφρονήσεων απέτυχε. Λίγη κολακεία μπορεί να είναι ανεκτή – αρκεί να υπάρχει και η αποτρεπτική ισχύς «στην τσέπη». Αυτό ακριβώς επιχείρησε η Ευρώπη να κάνει με τη Δανία και τη Γροιλανδία.

A small house in the middle of a snowy field

Για εβδομάδες, Ευρωπαίοι ηγέτες ήλπιζαν ότι ο Τραμπ θα έκανε πίσω από την πρόθεσή του να πάρει τη Γροιλανδία «με τον εύκολο ή τον δύσκολο τρόπο». Αντί γι’ αυτό, οι απειλές κλιμακώθηκαν, ακόμη και με πιο τιμωρητικούς δασμούς. Η Ε.Ε. τότε κινήθηκε μεθοδικά: προγραμμάτισε έκτακτη σύνοδο κορυφής αμέσως μετά το Νταβός και «πάγωσε» μια υπό συζήτηση εμπορική συμφωνία ΗΠΑ–Ε.Ε. για δασμούς, που ήδη είχε επικριθεί ως υπερβολικά αδύναμη. Στη θέση της, ετοίμασε δέσμη αντίμετρων ύψους 93 δισ. ευρώ σε αντιδασμούς σε αμερικανικά προϊόντα – το πραγματικό «όπλο στην τσέπη».

Σύμφωνα με τον Μαρκ Λέοναρντ, το ενδεχόμενο αυτών των αντιδασμών αναστάτωσε τις αγορές και, μέσω των αγορών, άσκησε πίεση στον Τραμπ και το επιτελείο του, δείχνοντας ότι οι Ευρωπαίοι δεν μπλοφάρουν. Ακολούθησε μια κρίσιμη συνομιλία του Τραμπ με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε. Εκεί, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε να υποχωρεί, μιλώντας για ένα αόριστο πλαίσιο «συμφωνίας» για τη Γροιλανδία, ενώ παράλληλα απέσυρε τις απειλές του για δικούς του δασμούς. Ο ίδιος παρουσίασε την εξέλιξη ως «νίκη», αλλά στο ευρωπαϊκό στρατόπεδο η ανάγνωση ήταν διαφορετική: νίκη ήταν η διατήρηση της αρχής ότι δεν αλλάζουν σύνορα χωρίς συναίνεση των εμπλεκομένων. Στη σύνοδο που ακολούθησε, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έδωσε και τον «οδηγό χρήσης» για το μέλλον: η αποτελεσματική τακτική, είπε, ήταν ο συνδυασμός σταθερότητας, διαλόγου, ετοιμότητας και ενότητας – μια προσέγγιση που, κατά την ίδια, πρέπει να διατηρηθεί από εδώ και πέρα.

Στο Νταβός, ο Εμανουέλ Μακρόν μίλησε ως η φωνή πολλών Ευρωπαίων όταν υπογράμμισε ότι η Ευρώπη διαθέτει πλέον ισχυρά εργαλεία και πρέπει να τα χρησιμοποιήσει. Ο Βέλγος πρωθυπουργός, Μπαρτ ντε Βέβερ, ήταν πιο αιχμηρός: πολλές κόκκινες γραμμές παραβιάζονται, είπε, και άλλο να είσαι «ευτυχής υποτελής» κι άλλο να καταλήγεις «άθλιος σκλάβος». Για τις μικρότερες χώρες – ιδιαίτερα τις βαλτικές και τις σκανδιναβικές – το ζήτημα δεν είναι θεωρία, αλλά υπαρξιακή ανησυχία. Η Γιάνα Πούγκλιεριν, επικεφαλής του γερμανικού γραφείου του ECFR, προειδοποίησε ότι η επίθεση στην κυριαρχία απειλεί το ίδιο το μεταπολεμικό «επιχειρηματικό μοντέλο» της Ευρώπης: μια τάξη πραγμάτων όπου κάθε χώρα έχει μία ψήφο, ανεξάρτητα από το μέγεθος. Στη δική της ανάγνωση, Ρωσία, Κίνα και Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να αναμορφώσουν τη διεθνή τάξη και, ταυτόχρονα, να διχάσουν την Ευρώπη, επειδή είναι πολύ πιο εύκολο να την αντιμετωπίζουν διασπασμένη. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ – θεσμοί βασισμένοι στο απαραβίαστο της κυριαρχίας και στην αρχή της συναίνεσης – μπορούν να λειτουργήσουν σε έναν πιο αρπακτικό κόσμο ή αν η νέα εποχή αμφισβητεί την ίδια τους την ύπαρξη.

a snowy landscape with a mountain in the background

Το δεύτερο μέτωπο: Μπορεί το Κογκρέσο να φρενάρει τον Τραμπ;

Ενώ οι Ευρωπαίοι επιχειρούν να οχυρωθούν πίσω από την ενότητα και την οικονομική ισχύ, στις Ηνωμένες Πολιτείες ανοίγει μια παράλληλη μάχη – θεσμική και πολιτική. Η προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να αποκτήσει τη Γροιλανδία έχει αρχίσει να προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, στο Κογκρέσο, με φόντο μια ευρύτερη ανησυχία: τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ή απειλεί να χρησιμοποιήσει μονομερώς στρατιωτική δύναμη στο εξωτερικό. Οι νομοθέτες παρακολουθούν με αυξανόμενη δυσπιστία τις περιπέτειες των ΗΠΑ εκτός συνόρων. Ωστόσο, το πολιτικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: υπάρχουν αρκετοί Ρεπουμπλικανοί πρόθυμοι να συνταχθούν με τους Δημοκρατικούς ώστε να μπλοκάρουν μια κίνηση κατάληψης ενός αρκτικού εδάφους; Και, ακόμη πιο κρίσιμο, θα υποκύψει ο Τραμπ σε πίεση του Κογκρέσου ή θα επιχειρήσει να κινηθεί μόνος, όπως έχει κάνει επανειλημμένα στη δεύτερη θητεία του;

view photography of assorted-color houses near pond during daytime

Ο ίδιος προσπάθησε να χαμηλώσει τους τόνους δημόσια. Από το Νταβός, την Τετάρτη, διαβεβαίωσε ότι «δεν θα χρησιμοποιήσει βία» για την απόκτηση της Γροιλανδίας. Το ίδιο βράδυ, μίλησε για «πλαίσιο συμφωνίας» που έχει διαμορφωθεί για το νησί της Αρκτικής, χωρίς όμως να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Παράλληλα, η υπόθεση εξελίσσεται σε κάτι ευρύτερο από μια γεωπολιτική διεκδίκηση: έχει μετατραπεί σε συζήτηση για το πώς η κυβέρνηση συνδυάζει διπλωματικές, οικονομικές και – δυνητικά – στρατιωτικές πιέσεις για να επιβάλει την αμερικανική ισχύ και σε άλλα μέτωπα, όπως στη Βενεζουέλα, στο Ιράν και αλλού. Οι Ρεπουμπλικανοί, συνολικά, έχουν στηρίξει σε μεγάλο βαθμό την εξωτερική πολιτική του Τραμπ μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο. Όμως τώρα εμφανίζεται ένα ρήγμα. Ένας αυξανόμενος αριθμός Ρεπουμπλικανών δείχνει διάθεση να συμπλεύσει με τους Δημοκρατικούς και με συμμάχους του ΝΑΤΟ στο επιχείρημα ότι μια κατάληψη της Γροιλανδίας θα παραβίαζε το αμερικανικό και το διεθνές δίκαιο. Κάποιοι ηγέτες των Ρεπουμπλικανών δήλωσαν μάλιστα τις τελευταίες ημέρες ότι δεν υπάρχει σοβαρό ενδιαφέρον είτε για αγορά είτε – πολύ περισσότερο – για στρατιωτική κατάκτηση του νησιού.

aerial photo of houses

Παράλληλα, ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές ενώθηκαν με τους Δημοκρατικούς στην κριτική απέναντι σε ένα νέο σχέδιο δασμών: η ιδέα να τιμωρηθούν οικονομικά χώρες που δεν στηρίζουν την προσπάθεια απόκτησης της Γροιλανδίας θεωρήθηκε αυτοϋπονομευτική. Ο γερουσιαστής Τομ Τίλις από τη Βόρεια Καρολίνα προειδοποίησε δημόσια ότι τέτοιοι δασμοί θα είναι «κακοί για την Αμερική, κακοί για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και κακοί για τους συμμάχους της Αμερικής», σημειώνοντας ότι στην πραγματικότητα θα ωφεληθούν η Κίνα και η Ρωσία, επειδή θα δουν το ΝΑΤΟ να διχάζεται – μια εξέλιξη που, όπως τόνισε, είναι «υπέροχη» για τον Πούτιν, τον Σι και όσους θέλουν τη Συμμαχία διασπασμένη. Άλλοι Ρεπουμπλικανοί εστιάζουν στο ίδιο το ΝΑΤΟ. Υποστηρίζουν ότι η φιλοδοξία προσάρτησης απειλεί να αποσταθεροποιήσει τη Συμμαχία σε μια περίοδο αυξημένης έντασης ανάμεσα στις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους συμμάχους. Η γερουσιαστής Λίζα Μουρκόφσκι, συμπρόεδρος της Επιτροπής της Γερουσίας για την Αρκτική, διατύπωσε μια καθαρή θέση: ο σεβασμός στην κυριαρχία του λαού της Γροιλανδίας δεν μπορεί να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Ο Τραμπ επιμένει ότι η Γροιλανδία είναι στρατηγική ανάγκη, ώστε οι ΗΠΑ να ανταγωνιστούν καλύτερα την Κίνα και τη Ρωσία στην Αρκτική, και έχει δεσμευτεί να την αποκτήσει «με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». Όταν ρωτήθηκε από το BBC αν θα δεχόταν ακόμη και κατάρρευση της πολυετούς συμμαχίας ασφαλείας ως συνέπεια της υπόθεσης, υποβάθμισε τις ανησυχίες. Επανέλαβε ότι οι ΗΠΑ «χρειάζονται» τη Γροιλανδία όχι μόνο για εθνική, αλλά και για παγκόσμια ασφάλεια. Παρόλα αυτά, στο Καπιτώλιο η επιμονή του γίνεται ολοένα και πιο αντιδημοφιλής. Και εδώ εμφανίζεται το κεντρικό θεσμικό ερώτημα: τι μπορεί να κάνει το Κογκρέσο;

a group of houses sitting on top of a lush green hillside

Το ισχυρότερο εργαλείο του είναι ο έλεγχος των οικονομικών. Θεωρητικά, οποιαδήποτε αγορά της Γροιλανδίας θα απαιτούσε χρηματοδότηση που μόνο το Κογκρέσο μπορεί να εγκρίνει. Ο Ντάνιελ Σούμαν, εκτελεστικός διευθυντής του American Governance Institute και ειδικός στην κοινοβουλευτική διαδικασία, το διατυπώνει καθαρά: αν ο Τραμπ θέλει να αγοράσει τη Γροιλανδία, θα χρειαστεί πράξη του Κογκρέσου για να εγκριθούν τα κεφάλαια. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι είναι απίθανο να μπορέσει το Κογκρέσο να «βαφτίσει» υπάρχουσα χρηματοδότηση ως κονδύλι αγοράς ενός εδάφους. Και, βέβαια, υπάρχει και το πολιτικό δεδομένο που οι Ευρωπαίοι επαναλαμβάνουν διαρκώς: τόσο η Δανία όσο και η Γροιλανδία επιμένουν ότι το νησί δεν είναι προς πώληση. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η κυβέρνηση έχει διευρύνει τη χρήση της εκτελεστικής εξουσίας για να εφαρμόσει πολιτικές του Τραμπ – από το μεταναστευτικό έως τους δασμούς. Μέσα σε αυτό το μοτίβο, δεν αποκλείεται να επιχειρήσει να διεκδικήσει νέα «εξουσιοδότηση» που θα της επιτρέπει να παρακάμψει εμπόδια του Κογκρέσου και στη Γροιλανδία, εφόσον επιλέξει να κινηθεί πιο επιθετικά.

Γι’ αυτό και ορισμένοι νομοθέτες που ανησυχούν για ενδεχόμενο στρατιωτικής εισβολής στη Γροιλανδία εξέφρασαν στήριξη σε μέτρα που θα απαγορεύουν οποιαδήποτε δράση χωρίς ρητή έγκριση του Κογκρέσου. Το αν αυτά τα μέτρα έχουν αρκετή ρεπουμπλικανική στήριξη για να περάσουν από οποιοδήποτε από τα δύο σώματα, παραμένει ασαφές. Η πρόσφατη εμπειρία δείχνει πόσο δύσκολο είναι να «δέσουν» τα χέρια μιας κυβέρνησης στην εξωτερική πολιτική. Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, πέντε Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές συνεργάστηκαν με τους Δημοκρατικούς για να προωθήσουν νομοσχέδιο που θα εμπόδιζε περαιτέρω στρατιωτικές ενέργειες στη Βενεζουέλα, μετά την επίθεση του Δεκεμβρίου που ανέτρεψε τον πρώην πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο. Το ψήφισμα για την άσκηση «πολεμικών εξουσιών» τελικά δεν πέρασε από τη Γερουσία, όμως αποτέλεσε ένδειξη μιας αυξανόμενης διακομματικής δυσαρέσκειας απέναντι στη χρήση στρατιωτικής ισχύος στο εξωτερικό – ειδικά από έναν πρόεδρο που το 2024 είχε υποσχεθεί να μειώσει την εμπλοκή των ΗΠΑ σε ξένες συγκρούσεις.

Στο μεταξύ, υπήρξαν και κινήσεις συμβολισμού. Την περασμένη εβδομάδα, μια διακομματική κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε τη Δανία σε μια δημόσια επίδειξη στήριξης προς τη Γροιλανδία. Κι ακόμη ένα θεσμικό «κλειδί» παραμένει ανοιχτό: αν οι ΗΠΑ καταλήξουν σε συμφωνία με τη Δανία για έλεγχο μέρους ή του συνόλου της Γροιλανδίας, δεν είναι ξεκάθαρο πώς θα αντιδράσει η Γερουσία, η οποία έχει τον ρόλο επικύρωσης συνθηκών.

blue and white wooden house near body of water

Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί έχουν ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι η Γροιλανδία μπορεί να γίνει σημείο ρήξης με τον Τραμπ. Ο γερουσιαστής Μιτς Μακόνελ από το Κεντάκι, πρώην ηγέτης της πλειοψηφίας στη Γερουσία, προειδοποίησε ότι μια αμερικανική κατάληψη του εδάφους θα «καταστρέψει την εμπιστοσύνη των συμμάχων» – μια φράση που, για τους Ευρωπαίους, ακούγεται σαν υπενθύμιση του μεγαλύτερου κινδύνου: ότι η κρίση της Γροιλανδίας δεν αφορά μόνο ένα νησί στον Αρκτικό Κύκλο, αλλά τη συνοχή του δυτικού συστήματος συμμαχιών και το ίδιο το νόημα της λέξης «σύμμαχος» σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο ωμός. Αν κάτι αποτυπώθηκε μέσα σε λίγες ημέρες, είναι ότι η Ευρώπη δοκιμάζει μια νέα συνταγή απέναντι στην αμερικανική πίεση: ενότητα, προετοιμασία και έμπρακτη αποτροπή. Όμως η έκβαση δεν θα κριθεί μόνο στις Βρυξέλλες ή στο Νταβός. Ένα κρίσιμο κομμάτι της παρτίδας παίζεται και στην Ουάσιγκτον – εκεί όπου το Κογκρέσο καλείται να αποφασίσει αν θα λειτουργήσει ως φρένο ή ως σιωπηρός συνεταίρος στις «μεγάλες φιλοδοξίες» της νέας εποχής.

Ποια είναι η αντίδρασή σας;

Μου αρέσει Μου αρέσει 0
Μη Αγαπημένο Μη Αγαπημένο 0
Αγάπη Αγάπη 0
Αστείο Αστείο 0
Θυμωμένος Θυμωμένος 0
Λυπημένος Λυπημένος 0
Ουάου Ουάου 0

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία περιήγησής σας, να σας προβάλλουμε εξατομικευμένες διαφημίσεις ή περιεχόμενο και να αναλύσουμε την επισκεψιμότητά μας. Κάνοντας κλικ στην επιλογή "Αποδοχή όλων", συναινείτε στη χρήση των cookies από εμάς. Πολιτική για τα cookies