Συνταγματική αναθεώρηση: Το στοίχημα των 180 ψήφων και οι πρώτες γραμμές σύγκρουσης
Η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης ανοίγει έναν νέο, απαιτητικό κύκλο πολιτικής διαπραγμάτευσης, στον οποίο η κυβέρνηση καλείται να πετύχει κάτι που δεν επιτυγχάνεται ούτε με επικοινωνιακή πρωτοβουλία ούτε με μονομερείς εξαγγελίες: τη συγκρότηση μιας καθαρής υπερπλειοψηφίας 180 βουλευτών, είτε στην προαναθεωρητική είτε στην αναθεωρητική Βουλή. Αυτό το όριο των 3/5, που είναι δομική δικλείδα του ίδιου του Συντάγματος, μετατρέπει κάθε συνταγματική αλλαγή σε υποχρεωτική άσκηση συναινέσεων και, ταυτόχρονα, σε πολιτικό τεστ για όλους. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να κινηθεί πρώτος, να «πιάσει» την ατζέντα από την αρχή και να πιέσει τα κόμματα που θα μπορούσαν να προσφέρουν τον αριθμό-κλειδί, με πρώτο στη λίστα το ΠΑΣΟΚ. Στο Μέγαρο Μαξίμου δεν καλλιεργούν την αυταπάτη ότι το ΠΑΣΟΚ θα σπεύσει σε άμεση συμφωνία, όμως ο αριθμητικός συσχετισμός δεν περνά απαρατήρητος: οι δύο κοινοβουλευτικές ομάδες αθροίζουν 189 ψήφους, δηλαδή περισσότερες από τις απαιτούμενες 180, κάτι που –τουλάχιστον θεωρητικά– θα μπορούσε να «ξεκλειδώσει» μια σειρά κρίσιμων άρθρων.
Η πρώτη αντίδραση από το ΠΑΣΟΚ κινήθηκε σε θεσμικά θετικό τόνο, με την πρόδηλη, όμως, πρόθεση να διατηρηθεί πολιτική αυτονομία και να κατατεθεί πλήρες, χωριστό πλαίσιο. Ο Παναγιώτης Δουδωνής ξεκαθάρισε ότι το κόμμα του θα συμμετάσχει στη συζήτηση «από τη δική μας αφετηρία», στοχεύοντας στη διαμόρφωση ρυθμίσεων και στην επίτευξη υπερπλειοψηφιών στη δεύτερη, αναθεωρητική Βουλή, όπως ορίζει το Σύνταγμα. Με άλλα λόγια, το ΠΑΣΟΚ δεν «κλείνει» την πόρτα, αλλά δεν δείχνει και διάθεση να εγκλωβιστεί στη γραμμή του κυβερνητικού σχεδιασμού. Αντίθετα, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ όσο και η Νέα Αριστερά αντέδρασαν με ανακοινώσεις που, ήδη από την εκκίνηση, περιορίζουν δραστικά το περιθώριο συνεννόησης, μετατρέποντας τη συζήτηση σε πεδίο μετωπικής αντιπαράθεσης για το περιεχόμενο και τα κίνητρα της κυβερνητικής πρωτοβουλίας.
Υπενθυμίζεται ότι ο πρωθυπουργός εγκαινίασε τη διαδικασία με διάγγελμα, παρουσιάζοντας την αναθεώρηση ως «γενναία» και «τολμηρή» τομή που θα απαντά στις προκλήσεις του σήμερα. Στον δημόσιο πυρήνα της πρωτοβουλίας έθεσε συγκεκριμένους άξονες: την αλλαγή του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών, την αναθεώρηση του άρθρου 16 για την άρση του μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, την καθιέρωση μιας και μόνο εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τη μεγαλύτερη συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Στην ίδια λογική, κάλεσε κόμματα και πολίτες σε «εποικοδομητικό προβληματισμό», τονίζοντας ότι η ανάγκη συναινέσεων δεν είναι πολιτική επιλογή, αλλά συνταγματική επιταγή.
Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης απέστειλε επιστολή στους βουλευτές της ΝΔ ζητώντας προτάσεις και παρατηρήσεις ώστε να ενσωματωθούν στην τελική εισήγηση του κόμματος μέσα στον Μάρτιο. Εκεί, εκτός από τα βασικά θέματα που ανέδειξε στο διάγγελμα, εισάγει και ένα ακόμη πεδίο υψηλής πολιτικής έντασης: την καθολική καθιέρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο και τον επανακαθορισμό της έννοιας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Το μήνυμα της κυβερνητικής πλευράς είναι ότι το Σύνταγμα του 1975, παρά τη σταθερότητα που εξασφάλισε επί δεκαετίες, «ανήκει στον 20ό αιώνα» και χρειάζεται επικαιροποίηση ώστε να ανταποκρίνεται σε σύγχρονες πραγματικότητες – από την τεχνητή νοημοσύνη έως την κλιματική κρίση, από τη δημοσιονομική ισορροπία έως την ταχύτερη και πιο έγκαιρη δικαστική κρίση.
Στο πρακτικό πεδίο, η κυβέρνηση επιχειρεί να οργανώσει έγκαιρα την «ομάδα κρούσης» της αναθεώρησης. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει συντονιστικό ρόλο, σε άμεση συνεννόηση με τον γενικό γραμματέα του πρωθυπουργού Στέλιος Κουτνατζής, ενώ εισηγητής της ΝΔ στην επιτροπή που αναμένεται να συσταθεί προορίζεται ο Ευριπίδης Στυλιανίδης. Στο εσωτερικό κυβερνητικό επιτελείο συμμετέχουν επίσης ο Άκης Σκέρτσος, ο Γιώργος Μυλωνάκης και ο Παύλος Μαρινάκης, με στόχο η πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να παρουσιαστεί τον Μάρτιο και η προαναθεωρητική επιτροπή να συσταθεί έως τον Απρίλιο, όπως περιγράφεται στο χρονοδιάγραμμα που κυκλοφορεί.
Την ίδια ώρα, οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης ανεβάζουν το πολιτικό θερμόμετρο. Ο Σωκράτης Φάμελλος μίλησε για υποκρισία, κατηγορώντας τον πρωθυπουργό ότι επιχειρεί να εμφανιστεί ως θεσμικός μεταρρυθμιστής ενώ –κατά την εκτίμηση του ΣΥΡΙΖΑ– έχει καταστρατηγήσει το Σύνταγμα «επανειλημμένα και βάναυσα». Προβάλλει επίσης την ανάγκη «προοδευτικής» αναθεώρησης που θα θωρακίζει δημόσια αγαθά και κράτος δικαίου, εκφράζοντας ευθέως ανησυχίες για «κερκόπορτες» ιδιωτικοποιήσεων, για αλλαγές στο άρθρο 16 προς όφελος των κολεγίων, αλλά και για το άρθρο 86 με βασικό αίτημα να μη συνδέεται ο έλεγχος υπουργών με την κυβερνητική πλειοψηφία. Η Νέα Αριστερά, από την πλευρά της, καταγγέλλει ότι η ΝΔ επιδιώκει να «συνταγματοποιήσει» τις επιλογές της, θέτοντας στο στόχαστρο, μεταξύ άλλων, τόσο την αναθεώρηση του άρθρου 16 όσο και τις προθέσεις της κυβέρνησης για τη μονιμότητα στο Δημόσιο, ενώ προχωρά και σε προειδοποιήσεις για θέματα περιβαλλοντικής προστασίας. Το ΚΚΕ δηλώνει ότι δεν θα δώσει καμία συναίνεση στον «πυρήνα» των προωθούμενων αλλαγών και προαναγγέλλει δικές του προτάσεις με κριτήριο την υπεράσπιση εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να κατοχυρώσει συνταγματικά αντιλαϊκές τομές.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ιδιαίτερη βαρύτητα επιχειρεί να δώσει η κυβέρνηση μέσα από την παρέμβαση του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο οποίος παρουσίασε τέσσερις «κορωνίδες» της αναθεώρησης: κανόνες δημοσιονομικής ισορροπίας ώστε να αποτρέπεται εκτροπή των δημόσιων οικονομικών, αλλαγή του άρθρου 16 για μη κρατικά πανεπιστήμια, αναθεώρηση του άρθρου 86 ώστε να πάψει η παραπομπή υπουργών να εξαρτάται από τους συσχετισμούς της Βουλής, και αλλαγές στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης με αιχμή την ανεξαρτησία της. Στον ίδιο άξονα εντάσσει και τη συζήτηση για την αξιολόγηση στο Δημόσιο, προτείνοντας τη σύνδεσή της με τη μονιμότητα ως θεσμική «ασφάλεια» απέναντι σε μελλοντικές κυβερνήσεις που θα μπορούσαν να ακυρώνουν την αξιολόγηση για λόγους πολιτικού κόστους.
Το κεντρικό πολιτικό γεγονός, ωστόσο, παραμένει το ίδιο και δεν κρύβεται πίσω από διακηρύξεις: χωρίς 180 βουλευτές, τίποτα δεν προχωρά. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση, από τη μία, θα επιχειρήσει να κρατήσει τον έλεγχο της ατζέντας και να εμφανιστεί ως η δύναμη που «τολμά» θεσμικές τομές, από την άλλη όμως θα χρειαστεί να αποδείξει ότι μπορεί να χτίσει πραγματική συναίνεση και όχι απλώς να μετακυλίσει το κόστος στους άλλους. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει ότι θέλει να είναι παρόν στη συζήτηση, αλλά με δικό του αποτύπωμα, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις ξεκινούν από θέση καχυποψίας ή καθαρής αντίθεσης. Και κάπου εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό δίλημμα της επόμενης περιόδου: η Συνταγματική Αναθεώρηση θα εξελιχθεί σε πεδίο θεσμικής σύνθεσης, όπου θα «σπάσουν» τα πολιτικά στερεότυπα, ή θα μετατραπεί σε μια ακόμη μεγάλη πολιτική σύγκρουση, όπου ο αριθμός των 180 θα λειτουργήσει ως αδιαπέραστο όριο;
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0