Συνταγματική αναθεώρηση 2026: Τα κρίσιμα μέτωπα
Η κυβέρνηση μπαίνει σε μια από τις πιο απαιτητικές πολιτικές διαδρομές της θητείας της, καθώς η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν είναι απλώς μια θεσμική πρωτοβουλία, αλλά ένα πεδίο όπου οι αριθμοί «γράφουν» πολιτική και οι συναινέσεις δεν είναι ευχή, αλλά προϋπόθεση. Για να προχωρήσει η διαδικασία, απαιτείται πλειοψηφία 3/5, δηλαδή 180 βουλευτές, είτε στην προαναθεωρητική είτε στην αναθεωρητική Βουλή· στοιχείο που μετατρέπει εξαρχής την υπόθεση σε άσκηση συμμαχιών και τακτικών κινήσεων. Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι η αναζήτηση «κρίσιμης μάζας» δεν θα είναι εύκολη, ωστόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να κινηθεί πρώτος, να ορίσει την ατζέντα και να μεταφέρει την πίεση στα κόμματα που δυνητικά μπορούν –έστω αποσπασματικά– να συμφωνήσουν με τη Νέα Δημοκρατία. Το βλέμμα στρέφεται κυρίως στο ΠΑΣΟΚ, όχι επειδή υπάρχει η προσδοκία μιας άμεσης πολιτικής «σύμπλευσης», αλλά γιατί αριθμητικά οι δύο κοινοβουλευτικές ομάδες αθροίζουν 189 έδρες, υπερκαλύπτοντας το όριο των 180 και δημιουργώντας ένα ισχυρό, έστω και θεωρητικό, υπόβαθρο υπερπλειοψηφίας.
Η πρώτη αντίδραση από το ΠΑΣΟΚ αποτυπώθηκε ως θεσμικά θετική, αλλά χωρίς να προϊδεάζει για «λευκή επιταγή». Ο Παναγιώτης Δουδωνής προανήγγειλε συμμετοχή στη συζήτηση «από τη δική μας αφετηρία», ξεκαθαρίζοντας ότι το κόμμα θα καταθέσει τη δική του πρόταση με στόχο να διαμορφωθούν οι ρυθμίσεις και να επιτευχθούν οι αναγκαίες υπερπλειοψηφίες στη δεύτερη, την αναθεωρητική Βουλή, όπως ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα. Το σήμα είναι διπλό: από τη μία, δεν κλείνει η πόρτα του διαλόγου· από την άλλη, δεν ανοίγει κανένας δρόμος συνεννόησης χωρίς αυτόνομη ατζέντα και σαφείς κόκκινες γραμμές.
Στον αντίποδα, ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και Νέα Αριστερά κινήθηκαν σε τροχιά μετωπικής αντιπαράθεσης, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια ουσιαστικής συνεννόησης. Ο Σωκράτης Φάμελλος απάντησε με κατηγορίες περί υποκρισίας, λέγοντας ότι ο πρωθυπουργός ανοίγει ζήτημα αναθεώρησης ενός Συντάγματος που –όπως υποστηρίζει– έχει «καταστρατηγηθεί επανειλημμένα». Τόνισε ότι η χώρα χρειάζεται αναθεώρηση, αλλά μαζί με «προοδευτική κυβέρνηση» που θα σεβαστεί τους συνταγματικούς κανόνες και θα ενισχύσει το κράτος δικαίου, προβάλλοντας παράλληλα μια δέσμη προτάσεων που –κατά τον ΣΥΡΙΖΑ– θα κατοχυρώνουν δημόσια αγαθά, ανεξάρτητες αρχές, λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, δημόσια Υγεία και Παιδεία, περιβάλλον, αξιοπρεπή διαβίωση και εργασιακά δικαιώματα. Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η κριτική του για το άρθρο 86, με την επισήμανση ότι ο έλεγχος των υπουργών δεν πρέπει να εξαρτάται από την κυβερνητική πλειοψηφία, καθώς και για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, όπου –κατά τον ίδιο– χρειάζονται αλλαγές προς την ανεξαρτησία και όχι προς τον έλεγχο.
Η Νέα Αριστερά, από τη δική της πλευρά, περιέγραψε τη διαδικασία ως προσπάθεια «συνταγματοποίησης» επιλογών της κυβέρνησης για να καταστούν μόνιμες, εστιάζοντας στην αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ανώτατη εκπαίδευση, την οποία χαρακτηρίζει κεντρικό στόχο της ΝΔ, αλλά και στις προθέσεις αλλαγών γύρω από το άρθρο 86, όπου υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να διατηρήσει τον έλεγχο της διαδικασίας δίωξης υπουργών. Παράλληλα προειδοποιεί για κοινωνικό αυτοματισμό σε ό,τι αφορά τη μονιμότητα στο Δημόσιο, ενώ επεκτείνει την κριτική της και σε ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας, υποστηρίζοντας ότι διατάξεις που θεωρεί «θεμέλια» προστασίας κινδυνεύουν να αποδυναμωθούν.
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο, ο στόχος είναι να ξεκινήσει γρήγορα και οργανωμένα η κοινοβουλευτική μηχανή. Ο πρωθυπουργός άνοιξε επισήμως τη διαδικασία με διάγγελμα, μιλώντας για ανάγκη «μεγάλων τομών» και θέτοντας συγκεκριμένους άξονες: την αναθεώρηση του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών, την άρση του μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσω αλλαγής του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, την καθιέρωση μίας και μόνο εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης με μεγαλύτερη συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Παράλληλα, με επιστολή του προς την κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ ζήτησε προτάσεις έως το τέλος Φεβρουαρίου, ώστε μέσα στον Μάρτιο να παρουσιαστεί ολοκληρωμένη πρόταση και τον Απρίλιο να ξεκινήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία, με σύσταση προαναθεωρητικής επιτροπής.
Το οργανωτικό «βάθος» του εγχειρήματος αποτυπώνεται και στη στελέχωση της προσπάθειας. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει συντονιστικό ρόλο, σε άμεση συνεννόηση με τον γενικό γραμματέα του πρωθυπουργού Στέλιος Κουτνατζής, ενώ εισηγητής της ΝΔ στην επιτροπή που αναμένεται να συσταθεί προορίζεται ο Ευριπίδης Στυλιανίδης. Στο επιτελείο και στον συντονισμό συμμετέχουν, με διαφορετικούς ρόλους, ο Άκης Σκέρτσος, ο Γιώργος Μυλωνάκης και ο Παύλος Μαρινάκης. Ξεχωριστή θέση στη συζήτηση έχει και ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος, ο οποίος –με την ευρωπαϊκή του ιδιότητα– έχει ήδη ανοίξει δίαυλο αναφοράς προς το Venice Commission για συγκριτικά δεδομένα σχετικά με καθεστώτα ασυλίας πολιτικών προσώπων στην Ευρώπη, στοιχείο που δείχνει ότι η κυβέρνηση θέλει να «δέσει» την ατζέντα της και με επιχειρήματα εξωτερικής τεκμηρίωσης.
Η μεγάλη εικόνα είναι ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει μια θεσμική διαδικασία σε κεντρικό πολιτικό γεγονός, χτίζοντας πίεση και διλήμματα γύρω από το ερώτημα «ποιος θα συναινέσει» και «σε τι». Το ΠΑΣΟΚ κρατά ανοιχτή μια θεσμική στάση συμμετοχής, αλλά με δικό του πλαίσιο, ενώ ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά κλείνουν από νωρίς το παράθυρο συνεννόησης, προειδοποιώντας για «κερκόπορτες» και για αναθεώρηση που –κατά την κριτική τους– κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση από την ενίσχυση του κράτους δικαίου. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η αριθμητική των 180 ψήφων παραμένει το κλειδί: είτε θα λειτουργήσει ως καταλύτης μιας δύσκολης συνεννόησης, είτε θα μετατραπεί στο όριο που θα εγκλωβίσει τη διαδικασία σε πολιτική σύγκρουση με ελάχιστα σημεία κοινού τόπου.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0