Γιατί το 2026 είναι το πραγματικό δημοψήφισμα της διακυβέρνησης

Ιαν 5, 2026 - 11:10
 0
Γιατί το 2026 είναι το πραγματικό δημοψήφισμα της διακυβέρνησης

Το 2026 δεν ξεκινά σαν μια «ήρεμη» προεκλογική ευθεία, αλλά σαν μια χρονιά επιτάχυνσης, όπου ο πολιτικός χρόνος μικραίνει, οι κοινωνικές αντοχές δοκιμάζονται και οι αριθμοί –όσο ευνοϊκοί κι αν είναι σε επίπεδο συσχετισμών– δεν αρκούν για να κλειδώσουν το αποτέλεσμα. Το ερώτημα που πλανάται πάνω από το Μέγαρο Μαξίμου δεν είναι αν η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη. Είναι αν μπορεί να μετατρέψει την πρωτιά σε πειστική προοπτική τρίτης αυτοδύναμης, σε ένα περιβάλλον όπου η κούραση της εξουσίας συναντά την αγωνία της τσέπης και η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται εύκολα σε καχυποψία για τους θεσμούς.

Τα δεδομένα των μετρήσεων, όπως παρουσιάζονται από τη Palmos Analysis, δίνουν στην κυβερνητική παράταξη καθαρό προβάδισμα: εκτίμηση ψήφου 29,6% έναντι 12,3% για το ΠΑΣΟΚ, με διαφορά 17,3 μονάδων. Την ίδια στιγμή καταγράφεται μετατόπιση δυνάμεων στην ευρύτερη αντιπολίτευση: η Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζεται να εκτοξεύεται στο 11,2% από 4,9% μέσα σε έναν χρόνο, η Ελληνική Λύση να ανεβαίνει στο 9,7% από 8,1%, το ΚΚΕ στο 8,9%, ο ΣΥΡΙΖΑ στο 6,9%, ενώ μικρότεροι σχηματισμοί κινούνται κάτω από το 2,5%. Στα ποιοτικά, η Ν.Δ. εμφανίζει συσπείρωση 58% και ένα αξιοσημείωτο 13% των ψηφοφόρων της του 2023 δηλώνει ακόμη αναποφάσιστο, στοιχείο που μαρτυρά ότι το παιχνίδι δεν έχει κλείσει, αλλά και ότι η μάχη θα δοθεί σε ένα πεδίο «ρευστότητας» και όχι βεβαιότητας.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ιδιομορφία του 2026: για πρώτη φορά, η Νέα Δημοκρατία δεν μπαίνει σε προεκλογική χρονιά διεκδικώντας απλώς «άλλη μία νίκη», αλλά μια τρίτη συνεχόμενη αυτοδύναμη θητεία, κάτι που αλλάζει τα κριτήρια με τα οποία την κρίνει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Η ανοχή μειώνεται, η απαίτηση για αποτέλεσμα μεγαλώνει και κάθε αστοχία διογκώνεται. Αντίστροφα, στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης, η πολιτική ενέργεια μοιάζει να αναλώνεται σε έναν παράλληλο αγώνα κατάταξης: ποιος θα βγει δεύτερος, ποιος θα εδραιωθεί ως τρίτος, ποιος θα καταφέρει να εκφράσει την οργή χωρίς να καταρρεύσει στη δοκιμασία της κυβερνησιμότητας. Σε αυτό το τοπίο, η προοπτική νέων κομματικών σχηματισμών –με αναφορές σε κινήσεις γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού, όπως συζητείται δημοσίως– λειτουργεί περισσότερο ως επιταχυντής κατακερματισμού παρά ως ενιαία απειλή. Το πρόβλημα για το Μαξίμου δεν είναι ότι θα εμφανιστεί μια «ενιαία αντιπρόταση». Το πρόβλημα είναι ότι μπορεί να πολλαπλασιαστούν τα κανάλια διαμαρτυρίας, να χαθούν κρίσιμες μονάδες προς τα δεξιά ή προς το αντισυστημικό ρεύμα και να γίνει δυσκολότερη η αυτοδυναμία.

Κι όμως, η πιο σκληρή αναμέτρηση της χρονιάς δεν θα παιχτεί με τους αντιπάλους. Θα παιχτεί με τα ανοιχτά μέτωπα που δεν επιδέχονται επικοινωνιακή διαχείριση. Πρώτο και σταθερό εδώ και τρία χρόνια είναι η ακρίβεια. Ακόμη κι αν οι δείκτες χαμηλώσουν, ο πολίτης συνεχίζει να αισθάνεται ότι χρειάζεται «δύο ταμεία» για τα ίδια ψώνια και «δύο μισθούς» για το ίδιο σπίτι. Αυτό ακριβώς εξηγεί και μια φαινομενική αντίφαση: ενώ ένα 32% δηλώνει ότι η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση και το 62% προς τη λάθος, η κυβέρνηση δεν καταρρέει. Μοιάζει με το μοτίβο του 2023, όταν –όπως καταγράφουν τα exit polls που συχνά επικαλείται το κυβερνητικό επιτελείο– ακόμη και με χαμηλότερα ποσοστά «αισιοδοξίας για την πορεία της χώρας», η Ν.Δ. πήρε υψηλή εκλογική επίδοση. Με απλά λόγια, η κοινωνία μπορεί να γκρινιάζει, αλλά όταν δεν βλέπει πειστική εναλλακτική, επιστρέφει στο κριτήριο της σταθερότητας. Το ερώτημα είναι αν αυτή η δυναμική κρατάει για πάντα ή αν κάποια στιγμή «σπάει» από τη συσσώρευση πίεσης.

Δεύτερο μέτωπο, και ίσως πιο εκρηκτικό κοινωνικά, είναι η στέγη. Η αύξηση των ενοικίων δεν είναι απλώς οικονομική μεταβλητή: είναι καθημερινή ταπείνωση για νέους ανθρώπους που δεν μπορούν να φύγουν από το παιδικό τους δωμάτιο, για οικογένειες που μετρούν τετραγωνικά αντί για όνειρα, για εργαζόμενους που μετακινούνται σαν νομάδες μέσα στην ίδια πόλη. Η κυβέρνηση επιδιώκει να απαντήσει με παρεμβάσεις που αυξάνουν την προσφορά και ενεργοποιούν αδρανή ακίνητα, γιατί γνωρίζει ότι χωρίς μαζική αύξηση διαθέσιμων κατοικιών δεν «πέφτει» καμία αγορά. Το 2026 θα είναι το έτος που θα κριθεί αν αυτά τα εργαλεία βγάζουν αποτέλεσμα στην πράξη ή αν παραμένουν στο επίπεδο της εξαγγελίας.

Τρίτο μέτωπο είναι το αγροτικό, που στο κείμενό σου εμφανίζεται ως «πόλεμος φθοράς» και όχι ως μια απλή διεκδίκηση κλάδου. Εδώ η κυβέρνηση πληρώνει δύο λογαριασμούς ταυτόχρονα: τον λογαριασμό του πραγματικού κόστους παραγωγής –ενέργεια, καύσιμα, εισροές, ασφάλιση κινδύνου– και τον λογαριασμό της εμπιστοσύνης. Γιατί όταν στον δημόσιο διάλογο μπαίνουν υποθέσεις όπως οι παράνομες επιδοτήσεις και η αίσθηση ότι οι συνεπείς ζημιώνονται, τότε ο διάλογος δηλητηριάζεται πριν καν ξεκινήσει. Αυτό εξηγεί και γιατί η κυβέρνηση, ακόμη κι όταν προβάλλει ότι έχει ικανοποιήσει ή υλοποιεί μεγάλο μέρος αιτημάτων, δυσκολεύεται να σπάσει την ένταση: ο κόσμος δεν ακούει μόνο το «τι δίνεις», αλλά και το «σε ποιον δίνεις» και «με ποιους κανόνες». Η λύση εδώ δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι θεσμική: καθαροί έλεγχοι, δίκαιη κατανομή, σαφές πλαίσιο, ώστε να μην υπάρχει η υποψία ότι κάποιοι επιβραβεύονται από τα «παραθυράκια» και άλλοι πληρώνουν την κανονικότητα.

Κι έπειτα υπάρχει ένα τέταρτο, ύπουλο μέτωπο, που δεν φαίνεται πάντα στις πρώτες γραμμές των ειδήσεων αλλά καθορίζει την πολιτική αντοχή: η αίσθηση περί διαφάνειας και διαφθοράς. Είναι χαρακτηριστικό –όπως προκύπτει από τα ποιοτικά στοιχεία που παραθέτεις– ότι οι πολίτες μπορούν να το αναδεικνύουν ως κορυφαίο πρόβλημα, αλλά στις προτεραιότητες μεταρρυθμίσεων να μην το τοποθετούν αντίστοιχα ψηλά, κάτι που δείχνει πόσο πολύ ο δημόσιος διάλογος καθοδηγείται από την πολιτική σύγκρουση και όχι μόνο από τη βιωμένη εμπειρία. Εδώ η κυβέρνηση οφείλει να κάνει κάτι που συχνά είναι δύσκολο για την εξουσία: να αποδείξει ότι δεν αρκείται στο «εμείς είμαστε σοβαροί», αλλά χτίζει μηχανισμούς που κόβουν τη σκιά, ακόμη κι όταν αυτή η σκιά αγγίζει δικούς της χώρους. Γιατί αν η κυβέρνηση θέλει τρίτη θητεία, πρέπει να πείσει ότι δεν διεκδικεί «παράταση», αλλά «αναβάθμιση».

Το μεγάλο πλεονέκτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι ότι δεν έχει αντίπαλο. Είναι ότι έχει κατορθώσει να κρατήσει την εικόνα μιας χώρας που, παρά τους κλυδωνισμούς, δεν παίζει με την αποσταθεροποίηση. Η διεθνής διάσταση, η οποία στο κείμενό σου συνδέεται και με την ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας στον διεθνή χώρο, λειτουργεί ως τμήμα αυτού του αφηγήματος. Όμως, ακόμη και το ισχυρότερο διεθνές προφίλ δεν σε σώζει αν ο πολίτης δεν βλέπει τη διαφορά στο δικό του σπίτι. Γι’ αυτό και το 2026, όσο κι αν μοιάζει με «προθάλαμο» των εκλογών, είναι στην πραγματικότητα το κυρίως δωμάτιο: εκεί που κρίνονται τα δύσκολα.

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι καθαρό. Η κυβέρνηση θα κερδίσει χρόνο και έδαφος μόνο αν μεταφέρει τη συζήτηση από τον θόρυβο στην απόδειξη: μείωση πίεσης στην ακρίβεια, πραγματική ανάσα στη στέγη, αξιόπιστη αποσυμπίεση στο αγροτικό, και θεσμικές τομές που δεν αφήνουν χώρο σε εύκολες καταγγελίες. Η αντιπολίτευση θα συνεχίσει να ψάχνει αρχηγό, αφήγημα και ρόλο. Η κυβέρνηση, όμως, δεν έχει την πολυτέλεια να ψάχνει. Έχει την υποχρέωση να παραδίδει. Και μέσα σε αυτό, το 2026 γίνεται το πιο καθαρό πολιτικό μήνυμα πριν από τις κάλπες: η σταθερότητα δεν είναι σύνθημα. Είναι αποτέλεσμα.

Ποια είναι η αντίδρασή σας;

Μου αρέσει Μου αρέσει 0
Μη Αγαπημένο Μη Αγαπημένο 0
Αγάπη Αγάπη 0
Αστείο Αστείο 0
Θυμωμένος Θυμωμένος 0
Λυπημένος Λυπημένος 0
Ουάου Ουάου 0