Δασμοί Τραμπ: Οργή στον Λευκό Οίκο μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών να ακυρώσει τον βασικό νομικό μηχανισμό με τον οποίο ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέβαλλε μαζικούς δασμούς δεν ήταν απλώς μια τεχνική δικαστική εξέλιξη. Ήταν μια πολιτική στιγμή υψηλού συμβολισμού. Για πρώτη φορά στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ είδε τον πυρήνα της εμπορικής του στρατηγικής να δέχεται θεσμικό φρένο. Και όμως, μέσα σε λίγες ώρες, κατέστη σαφές ότι δεν επρόκειτο να υποχωρήσει – αλλά να αναδιπλωθεί και να επανέλθει. Η απόφαση των δικαστών δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα ενός προέδρου να επιβάλλει δασμούς. Αμφισβήτησε την απεριόριστη, μονομερή και κατά το δοκούν χρήση έκτακτων εξουσιών. Ο Τραμπ είχε στηριχθεί σε νομοθεσία της δεκαετίας του 1970 που του παρείχε δυνατότητες παρέμβασης σε καταστάσεις «εθνικής έκτακτης ανάγκης». Με βάση αυτή τη νομική ερμηνεία, είχε επιβάλει ευρείς δασμούς σε συμμάχους και αντιπάλους, από τον Καναδά και την Ευρωπαϊκή Ένωση έως την Κίνα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή υπερέβαινε τα συνταγματικά όρια.
Η απάντηση του Λευκού Οίκου ήταν άμεση και πολιτικά επιθετική. Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα ενεργοποιήσει το Άρθρο 122 του Νόμου Εμπορίου του 1974 – μια διάταξη που ουδέποτε είχε χρησιμοποιηθεί από προηγούμενο πρόεδρο – επιβάλλοντας καθολικό δασμό 10% σε όλες τις εισαγωγές. Παράλληλα, δεσμεύθηκε να ενεργοποιήσει και το Άρθρο 301 για την έναρξη νέων ερευνών περί «αθέμιτων εμπορικών πρακτικών», ανοίγοντας τον δρόμο για στοχευμένους, ενδεχομένως υψηλότερους δασμούς. Το μήνυμα ήταν σαφές: το δικαστικό πλήγμα δεν αλλάζει τη φιλοσοφία. Αλλάζει μόνο το νομικό μονοπάτι. Η εμπορική πολιτική του Τραμπ δεν υπήρξε ποτέ απλώς οικονομική. Ήταν – και παραμένει – εργαλείο ισχύος. Οι δασμοί χρησιμοποιήθηκαν για να πιέσουν την Κίνα, να αναγκάσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση σε διαπραγματεύσεις, να επαναδιαπραγματευθούν συμφωνίες όπως η συμφωνία ΗΠΑ–Μεξικού–Καναδά και να εξαναγκάσουν επενδύσεις στο αμερικανικό έδαφος. Ο πρόεδρος δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι ορισμένες αυξήσεις δασμών επιβλήθηκαν και ως απάντηση σε προσωπικές πολιτικές προστριβές. Η εμπορική στρατηγική ταυτίστηκε με το πολιτικό ύφος: αιφνιδιασμός, πίεση, κλιμάκωση.
Και όμως, παρά τη ρητορική καταιγίδα, η παγκόσμια οικονομία δεν κατέρρευσε. Το διεθνές εμπόριο αυξήθηκε κατά 4% την προηγούμενη χρονιά. Το εμπορικό έλλειμμα αγαθών των Ηνωμένων Πολιτειών έφθασε σε ιστορικό υψηλό. Η Κίνα κατέγραψε πλεόνασμα ρεκόρ, ανακατευθύνοντας τις εξαγωγές της σε νέες αγορές. Οι ροές δεν διακόπηκαν – προσαρμόστηκαν. Η γεωοικονομία μετασχηματίστηκε χωρίς να αποσυντεθεί. Η ουσία βρίσκεται αλλού: στην αβεβαιότητα. Οι επιχειρήσεις, οι αγορές και οι κυβερνήσεις λειτουργούν πλέον με την παραδοχή ότι οι δασμοί αποτελούν διαρκές χαρακτηριστικό της αμερικανικής πολιτικής όσο ο Τραμπ βρίσκεται στην εξουσία. Η δικαστική απόφαση δεν αίρει την αβεβαιότητα· την μεταθέτει. Δημιουργεί ένα μεταβατικό στάδιο, στο οποίο οι εταιρείες δεν γνωρίζουν αν θα λάβουν επιστροφές δασμών, αν οι συμφωνίες που υπεγράφησαν υπό το προηγούμενο καθεστώς θα παραμείνουν σε ισχύ, ή αν οι νέοι συντελεστές θα αυξηθούν περαιτέρω.
Το ενδεχόμενο επιστροφής δασμών ύψους έως και 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων εγείρει σοβαρά δημοσιονομικά ερωτήματα. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιβάρυνε το αμερικανικό έλλειμμα και θα αύξανε την έκδοση χρέους. Δεν είναι τυχαίο ότι το δολάριο αντέδρασε με πτώση αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόφασης, ενώ οι αγορές ομολόγων παρέμειναν συγκρατημένες, αναμένοντας τις επόμενες κινήσεις. Το γεωπολιτικό περιβάλλον περιπλέκει περαιτέρω την εικόνα. Στην Ευρώπη, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η επιθετική στάση της Ρωσίας καθιστούν την ασφάλεια ύψιστη προτεραιότητα. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν επιθυμούν εμπορική σύγκρουση με την Ουάσιγκτον την ώρα που εξαρτώνται από την αμερικανική στρατηγική ομπρέλα. Στην Ασία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα ισορροπούν ανάμεσα στις εμπορικές τους σχέσεις με την Κίνα και στις αμυντικές εγγυήσεις των ΗΠΑ. Οι δασμοί εντάσσονται σε ένα πλέγμα συμμαχιών, ανταγωνισμών και εξαρτήσεων.
Η πολιτική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Οι δασμοί αποτελούν κεντρικό πυλώνα της εκλογικής βάσης του Τραμπ, ιδιαίτερα στις βιομηχανικές πολιτείες. Προβάλλονται ως μέσο προστασίας της αμερικανικής εργασίας, επαναπατρισμού της παραγωγής και περιορισμού της εξάρτησης από την Κίνα. Ταυτόχρονα, οι αυξημένες τιμές και οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό δημιουργούν πολιτικό κόστος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Ο πρόεδρος καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη σκληρή γραμμή και στην οικονομική πραγματικότητα. Σε τελική ανάλυση, το ερώτημα δεν είναι αν ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να επιβάλει δασμούς. Μπορεί. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να το πράττει χωρίς όρια, χωρίς θεσμικό έλεγχο και χωρίς συνέπειες. Το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε όρια. Ο πρόεδρος απάντησε επεκτείνοντας τη νομική του φαρέτρα. Η σύγκρουση μεταφέρθηκε από την οικονομία στη θεσμική ισορροπία.
Η παγκόσμια οικονομία δεν βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Βρίσκεται όμως σε διαρκή αναπροσαρμογή. Οι εμπορικές συμφωνίες επαναδιαπραγματεύονται, οι εφοδιαστικές αλυσίδες μετακινούνται, οι επιχειρήσεις τιμολογούν τον πολιτικό κίνδυνο. Σε αυτό το νέο τοπίο, η βεβαιότητα δεν είναι δεδομένη – είναι πολιτικό εργαλείο. Και όσο η εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών λειτουργεί ως μοχλός γεωπολιτικής πίεσης και εσωτερικής συσπείρωσης, οι «θολές θάλασσες» του διεθνούς εμπορίου θα παραμείνουν ταραγμένες. Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν έκλεισε έναν κύκλο. Άνοιξε έναν νέο, όπου το εμπόριο, το Σύνταγμα και η πολιτική βούληση συγκρούονται ανοιχτά για το ποιος ορίζει τα όρια της αμερικανικής ισχύος.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0