Από τον Μιλόσεβιτς στον Θάτσι: Η Χάγη και η ατελής λογοδοσία των βαλκανικών πολέμων

Φεβ 9, 2026 - 16:05
 0
Από τον Μιλόσεβιτς στον Θάτσι: Η Χάγη και η ατελής λογοδοσία των βαλκανικών πολέμων

Η υπόθεση του Hashim Thaçi δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο που αφορά αποκλειστικά το Κοσσυφοπέδιο. Εκτυλίσσεται μέσα σε ένα ευρύτερο ιστορικό και θεσμικό τόξο που ξεκινά από την πιο βίαιη μεταπολεμική αναδιάταξη στην Ευρώπη: τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Η Χάγη, ως τόπος και ως σύμβολο, δεν φιλοξενεί απλώς δίκες· φιλοξενεί τη διαρκή προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας να μετατρέψει τον πόλεμο σε λογοδοσία, τη συλλογική τραγωδία σε ποινικό φάκελο και τις μεγάλες ιστορικές αφηγήσεις σε αποδείξεις, καταθέσεις και νομικούς συλλογισμούς. Από το 1993, όταν συγκροτήθηκε το International Criminal Tribunal for the former Yugoslavia (ICTY), έως το Kosovo Specialist Chambers που ιδρύθηκε το 2015, η «γιουγκοσλαβική υπόθεση» δεν έπαψε ποτέ πραγματικά να παράγει πολιτικό και ηθικό φορτίο. Αυτό που άλλαξε είναι το πεδίο: από τις αίθουσες των διαπραγματεύσεων και τα μέτωπα των συγκρούσεων, στις αίθουσες των δικαστηρίων. Κι όμως, στα Βαλκάνια, η μετάβαση αυτή δεν σημαίνει αυτόματα συμφιλίωση. Συχνά σημαίνει έναν άλλο τρόπο συνέχισης του πολέμου: με αφηγήσεις, σύμβολα, πολιτική χρήση της μνήμης και ερμηνευτικούς ανταγωνισμούς για το «ποιος ήταν θύτης» και «ποιος ήταν θύμα».

Ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς υπήρξε το πρόσωπο-τομή. Η παραπομπή του το 1999, ενώ ήταν ακόμη εν ενεργεία ηγέτης, θεωρήθηκε ιστορικό προηγούμενο: για πρώτη φορά, ένας αρχηγός κράτους βρέθηκε αντιμέτωπος με διεθνή ποινική διαδικασία για εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονία, σε ένα πλέγμα κατηγοριών που αφορούσε τη Βοσνία, την Κροατία και το Κόσοβο. Η παραπομπή εκείνη δεν αμφισβήτησε απλώς την πολιτική του κληρονομιά. Αμφισβήτησε ένα παλιό δόγμα: ότι η κυριαρχία και το αξίωμα λειτουργούν ως ασπίδα. Η «εθνική υπόσταση» υποχώρησε – έστω θεωρητικά – μπροστά στην αρχή ότι η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να παράγει ασυλία για εγκλήματα.

Κι όμως, ο κύκλος δεν έκλεισε. Η δίκη του Μιλόσεβιτς έμεινε μετέωρη, όταν ο ίδιος πέθανε το 2006 στο κελί του, πριν υπάρξει ετυμηγορία. Η ατελής αυτή κατάληξη άφησε ένα διπλό κενό. Πρώτον, ένα θεσμικό κενό: η διεθνής δικαιοσύνη έδειξε ότι μπορεί να ξεκινήσει έναν ιστορικό φάκελο, αλλά όχι πάντα να τον ολοκληρώσει. Δεύτερον, ένα πολιτικό κενό: η απουσία απόφασης επέτρεψε να επιβιώσουν παράλληλες – και συχνά ασύμβατες – αλήθειες. Για τους επικριτές του, η ενοχή του είναι «ιστορικά δεδομένη». Για τους υποστηρικτές του, η μη έκδοση καταδικαστικής απόφασης έγινε εργαλείο αμφισβήτησης: ένα επιχείρημα περί «πολιτικής δίκης» χωρίς τελική δικαίωση. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η Χάγη δεν ήταν απλώς ένα διεθνές δικαστήριο. Έγινε πεδίο μάχης της μνήμης.

Η Βοσνία ως δοκιμή αντοχής

Στην περίπτωση της Βοσνίας, το ICTY προχώρησε πιο μακριά. Οι καταδίκες των Ράντοβαν Κάρατζιτς και Ράτκο Μλάντιτς σε ισόβια κάθειρξη για γενοκτονία και εγκλήματα πολέμου, με κεντρικό σημείο τη Σρεμπρένιτσα το 1995, αποτέλεσαν το ισχυρότερο μήνυμα ότι η διεθνής δικαιοσύνη μπορεί – έστω με καθυστέρηση – να αποδώσει ποινική ευθύνη σε κορυφαίες πολιτικοστρατιωτικές ηγεσίες. Ωστόσο, ακόμη και εκεί όπου υπήρξε ετυμηγορία, δεν υπήρξε ενιαία μνήμη. Στη Σερβία και στη Republika Srpska, η πολιτική και κοινωνική πρόσληψη των αποφάσεων δεν οδήγησε σε ένα συλλογικό «κλείσιμο». Αντιθέτως, σε τμήματα της κοινωνίας οι καταδικασθέντες διατηρήθηκαν ως σύμβολα, ως φορείς ενός εναλλακτικού – συχνά αναθεωρητικού – αφηγήματος. Η διεθνής δικαιοσύνη μπορεί να γράψει νομική ιστορία, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να επιβάλει ιστορική συμφιλίωση. Στην καλύτερη περίπτωση, θεσμοθετεί ένα πλαίσιο. Στη χειρότερη, γίνεται το επίκεντρο νέων διχασμών. Αυτή η εμπειρία είναι κρίσιμη για να κατανοηθεί γιατί η δίκη Θάτσι αγγίζει νεύρο.

Η υπόθεση Θάτσι

Ο Hashim Thaçi, πρώην ηγέτης του UCK και αργότερα κεντρική πολιτική μορφή του ανεξάρτητου Κοσόβου, αντιμετωπίζει μία από τις βαριές θεσμικές κατηγορίες που έχουν διατυπωθεί για πολιτικό της περιοχής μετά τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους. Η εισαγγελία του Kosovo Specialist Chambers έχει ζητήσει ποινή που φτάνει έως τα 45 έτη κάθειρξης, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος – μαζί με άλλους πρώην διοικητές – άσκησε ουσιαστικό έλεγχο σε δυνάμεις του UCK και ότι οργανώθηκε βίαιη εκστρατεία διώξεων, δολοφονιών, βασανιστηρίων και εξαφανίσεων κατά την περίοδο 1998-1999. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο η βαρύτητα της πρότασης ποινής. Είναι το πολιτικό της νόημα. Σε μια κοινωνία όπου ο UCK αποτελεί για πολλούς τον θεμελιακό μύθο της απελευθέρωσης, η διερεύνηση εγκλημάτων που αποδίδονται σε πρώην στελέχη του αγγίζει την ίδια την εθνική αυτοαντίληψη. Δεν πρόκειται απλώς για το αν ένας πρώην πρόεδρος είναι ένοχος ή αθώος. Πρόκειται για το αν το κράτος μπορεί να κοιτάξει το παρελθόν του χωρίς να νιώσει ότι αμφισβητείται η ίδια του η νομιμοποίηση.

Και εδώ εμφανίζεται το πιο ευαίσθητο σημείο: η εισαγγελία υποστηρίζει ότι σημαντικός αριθμός θυμάτων ήταν Αλβανοί του Κοσόβου. Εάν αυτό τεκμηριωθεί δικαστικά, τότε η υπόθεση μετατοπίζεται από τη «διαεθνοτική» αφήγηση σε μια αφήγηση εσωτερικής εδραίωσης εξουσίας: μια σκοτεινή εκδοχή του πολέμου, όπου η βία δεν στρέφεται μόνο εναντίον του «άλλου», αλλά και εναντίον αντιπάλων, αμφισβητιών ή όσων θεωρήθηκαν εμπόδιο στον έλεγχο της μεταπολεμικής τάξης. Στην ουσία, η δίκη αγγίζει ένα ερώτημα που τρομάζει τις μεταπολεμικές κοινωνίες: μπορεί ένα απελευθερωτικό αφήγημα να συνυπάρξει με την παραδοχή ότι στο όνομά του διαπράχθηκαν εγκλήματα;

Η διεθνής δικαιοσύνη στα Βαλκάνια κουβαλά εδώ και χρόνια την κατηγορία της επιλεκτικότητας. Παρότι το ICTY δίκασε κατηγορούμενους από διαφορετικές πλευρές, στη δημόσια πρόσληψη επικράτησε συχνά η αίσθηση ότι το μεγαλύτερο βάρος των διώξεων έπεσε στη σερβική πλευρά. Αυτή η αίσθηση, είτε ανταποκρίνεται πλήρως είτε όχι, λειτούργησε πολιτικά: τροφοδότησε αντιδράσεις, αμυντικές αφηγήσεις και έναν συνεχή ανταγωνισμό για το ποιος «δικάστηκε περισσότερο» και ποιος «έμεινε στο απυρόβλητο». Η δημιουργία του Kosovo Specialist Chambers το 2015 ερμηνεύθηκε από ορισμένους ως προσπάθεια να εξεταστούν, με μεγαλύτερη ένταση, και καταγγελίες κατά πρώην στελεχών του UCK – μια μορφή «εξισορρόπησης» της διεθνούς εικόνας. Ανεξαρτήτως προθέσεων, η δίωξη ενός προσώπου με το πολιτικό βάρος του Θάτσι μετατρέπει αναπόφευκτα τη διαδικασία σε γεγονός υψηλής πολιτικής σημασίας: δεν είναι απλώς δίκη. Είναι αναμέτρηση με τον τρόπο που οικοδομήθηκε η μεταπολεμική νομιμοποίηση. Και γι’ αυτό, κάθε στάδιο της διαδικασίας διαβάζεται σε πολλά επίπεδα: ως απονομή δικαιοσύνης, ως συμβολική ανακατανομή ευθυνών, ως μήνυμα προς τις κοινωνίες της περιοχής, αλλά και ως εργαλείο διεθνούς πολιτικής πίεσης – ακόμη κι όταν δεν είναι αυτός ο στόχος.

Η υπόθεση επιβαρύνεται και από μια πρόσθετη διάσταση: τη σχέση του Θάτσι με την Ουάσιγκτον. Για χρόνια θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό ο σταθερός συνομιλητής των Ηνωμένων Πολιτειών και ένας από τους ανθρώπους που ενσάρκωσαν τη μεταπολεμική στροφή του Κοσόβου προς τη Δύση. Όταν ένας τέτοιος πολιτικός δικάζεται σε έναν θεσμό που στηρίζεται πολιτικά και χρηματοδοτικά από ΗΠΑ και ΕΕ, η καχυποψία γίνεται σχεδόν μηχανισμός. Ειδικά όταν η χρονική συγκυρία της απαγγελίας κατηγοριών, οι διεθνείς ισορροπίες και η ίδια η ιστορία των αμερικανικών παρεμβάσεων στην περιοχή δημιουργούν το κατάλληλο έδαφος για θεωρίες περί κινήτρων. Ακόμη κι όταν τέτοιοι ισχυρισμοί δεν τεκμηριώνονται, το πολιτικό αποτύπωμα είναι πραγματικό: η διεθνής δικαιοσύνη εμφανίζεται να κινείται σε ένα πεδίο όπου η καθαρή νομική λογική δεν αρκεί για να πείσει κοινωνίες βαθιά τραυματισμένες και εξαιρετικά πολιτικοποιημένες.

Η Σερβία παρακολουθεί τη δίκη Θάτσι με ιδιαίτερη ένταση, διότι κάθε εξέλιξη μπορεί να μετατραπεί σε διπλωματικό και εσωτερικό πολιτικό υλικό. Μια καταδίκη θα μπορούσε να ενισχύσει επιχειρήματα περί «εγκληματικής φύσης» της κοσοβάρικης εξέγερσης και να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο σε έναν μακρύ πόλεμο νομιμοποιήσεων που συνεχίζεται εδώ και δεκαετίες. Μια αθώωση, αντίστροφα, θα μπορούσε να επαναφέρει κατηγορίες περί πολιτικής στοχοποίησης και να αναζωπυρώσει την αίσθηση ότι η διεθνής δικαιοσύνη λειτουργεί ως μηχανισμός ισχύος. Στα Βαλκάνια, καμία δικαστική απόφαση δεν μένει «μόνο δικαστική». Κουβαλά πολιτική προέκταση, μεταφράζεται σε αφήγημα, γίνεται σύνθημα, μετατρέπεται σε εργαλείο εσωτερικής νομιμοποίησης ή εξωτερικής πίεσης.

Από τον Μιλόσεβιτς έως τον Θάτσι, ο κεντρικός στόχος της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης ήταν σαφής: να εμπεδωθεί ότι η πολιτική και στρατιωτική εξουσία δεν προσφέρει ασυλία για εγκλήματα πολέμου. Το ερώτημα, τρεις δεκαετίες μετά τη συγκρότηση του ICTY, δεν είναι μόνο αν αυτό το αξίωμα γράφτηκε σε αποφάσεις. Είναι αν ρίζωσε στις κοινωνίες που το αφορούν. Αν έγινε κοινό έδαφος ή αν παραμένει μια εξωτερική επιβολή που παράγει, κάθε φορά, νέο αντανακλαστικό άρνησης. Η ετυμηγορία στη δίκη Θάτσι – όποτε εκδοθεί – θα είναι ορόσημο. Όχι μόνο επειδή θα κρίνει το παρελθόν ενός προσώπου με τεράστιο πολιτικό βάρος, αλλά επειδή θα δοκιμάσει ξανά την αντοχή ενός ολόκληρου μεταπολεμικού οικοδομήματος: της ιδέας ότι η ειρήνη μπορεί να σταθεί δίπλα στη λογοδοσία χωρίς να ανατινάξει τις εύθραυστες ταυτότητες που δημιουργήθηκαν μέσα από πόλεμο. Γιατί στα Βαλκάνια, η Ιστορία σπάνια τελειώνει με μια συνθήκη. Συνεχίζει στα δικαστήρια, στα σχολικά βιβλία, στις πλατείες, στα κοινοβούλια. Και, συχνά, συνεχίζει ως σιωπηλή πληγή που καθορίζει τις επόμενες γενιές πολιτικής πραγματικότητας.

Ποια είναι η αντίδρασή σας;

Μου αρέσει Μου αρέσει 0
Μη Αγαπημένο Μη Αγαπημένο 0
Αγάπη Αγάπη 0
Αστείο Αστείο 0
Θυμωμένος Θυμωμένος 0
Λυπημένος Λυπημένος 0
Ουάου Ουάου 0