Ανεργία στην Ελλάδα: Για πρώτη φορά έπεσε κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ
Για πρώτη φορά από τότε που καταγράφονται συγκρίσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία, η Ελλάδα πέρασε στην «αντεπίθεση» στο πιο ευαίσθητο μέτωπο της αγοράς εργασίας: τη νεανική ανεργία. Τον Δεκέμβριο, το ποσοστό ανεργίας στις ηλικίες 15 έως 24 ετών διαμορφώθηκε στο 13%, επίδοση χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ανήλθε στο 14,7%, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat. Η διαφορά αυτή, αν και αριθμητικά μοιάζει περιορισμένη, έχει έντονο συμβολικό και ουσιαστικό βάρος. Είναι η πρώτη φορά από τον Ιανουάριο του 2000 –δηλαδή σε διάστημα 26 ετών– που η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερη επίδοση από τον μέσο όρο της ΕΕ των 27 κρατών-μελών στο συγκεκριμένο πεδίο. Μια εξέλιξη που μέχρι πριν λίγα χρόνια έμοιαζε σχεδόν αδιανόητη.
Η συλλογική μνήμη της οικονομικής κρίσης παραμένει νωπή. Τον Μάιο του 2013 η νεανική ανεργία στην Ελλάδα είχε εκτιναχθεί στο 62,5%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ κινούνταν κοντά στο 25%. Το χάσμα είχε φτάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα, αγγίζοντας τις 37,5 ποσοστιαίες μονάδες. Για χρόνια, το ποσοστό στη χώρα μας παρέμενε πάνω από το 40%, αποτυπώνοντας την παρατεταμένη ύφεση, την αβεβαιότητα και τη δραματική συρρίκνωση της παραγωγικής δραστηριότητας. Μέχρι και τα μέσα του 2018, η Ελλάδα εναλλασσόταν με την Ισπανία στις τελευταίες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης. Οι δύο χώρες θεωρούνταν «συνοδοιπόροι» μιας βαθιάς κρίσης που χτύπησε με ιδιαίτερη ένταση τους νέους, οδηγώντας χιλιάδες σε μετανάστευση και αναζητώντας διέξοδο στο εξωτερικό.
Η εικόνα άρχισε να αλλάζει σταδιακά μετά το 2019, όταν η νεανική ανεργία κινούνταν ακόμη στο 37%-38%. Η πανδημία προκάλεσε προσωρινή επιβράδυνση, καθώς η οικονομική δραστηριότητα περιορίστηκε δραστικά. Ωστόσο, από τα τέλη του 2022 και έπειτα, με την αποκλιμάκωση της υγειονομικής κρίσης, η πτωτική τάση επανήλθε με μεγαλύτερη ένταση. Το 2024 αποτέλεσε ορόσημο, καθώς το ποσοστό ανεργίας των νέων έπεσε κάτω από το 20%. Το 2025 η αποκλιμάκωση επιταχύνθηκε ακόμη περισσότερο, με τον δείκτη να υποχωρεί σχεδόν οκτώ μονάδες μέσα στους τελευταίους τρεις μήνες του έτους. Παρά τις γνωστές εποχικές διακυμάνσεις της ελληνικής αγοράς εργασίας, η γενική τάση δείχνει βαθιά και διαρθρωτική βελτίωση. Σημαντικό αποτύπωμα της μεταβολής αυτής καταγράφεται και στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ. Μεταξύ 2019 και 2025, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα έως 24 ετών αυξήθηκαν κατά 64.900 άτομα. Σε ένα σύνολο 563.000 νέων θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα το ίδιο διάστημα, το 11,5% αφορά νέους εργαζόμενους. Πρόκειται για ένδειξη ουσιαστικής απορρόφησης της νεότερης γενιάς στην παραγωγική διαδικασία.
Αναλυτές της αγοράς επισημαίνουν ότι η βελτίωση δεν οφείλεται αποκλειστικά στη γενική αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας. Ένα πλέγμα παρεμβάσεων φαίνεται να ενίσχυσε την απασχόληση των νέων. Η σωρευτική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,4 ποσοστιαίες μονάδες από το 2019, η διεύρυνση της ψηφιακής κάρτας εργασίας –η οποία περιόρισε την αδήλωτη εργασία και τις «μαύρες» υπερωρίες– αλλά και οι φορολογικές ελαφρύνσεις που εξαγγέλθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, συνέβαλαν στη βελτίωση του περιβάλλοντος απασχόλησης. Ιδιαίτερα για εργαζόμενους έως 25 ετών, η πρόβλεψη για μηδενική φορολόγηση εισοδημάτων έως 20.000 ευρώ λειτούργησε ως πρόσθετο κίνητρο ένταξης στην αγορά εργασίας. Παράγοντες της αγοράς υπογραμμίζουν ότι οι νέοι αποτελούν συχνά την πιο ευάλωτη κατηγορία εργαζομένων σε αδήλωτες ή επισφαλείς πρακτικές, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη θεσμική θωράκιση.
Ανώτερα στελέχη στον κλάδο του λιανεμπορίου κάνουν λόγο για ταχύτερη του αναμενόμενου αποκατάσταση των «ουλών» που άφησε η κρίση στην αγορά εργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις, η ανάκαμψη μετά από βαθιά ύφεση απαιτεί μακροχρόνια περίοδο σταθερής ανάπτυξης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο επιτεύχθηκε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η μεταβολή αποτυπώνεται και στη σύγκριση με την Ισπανία. Ενώ οι δύο χώρες κινούνταν παράλληλα κατά την περίοδο της κρίσης, από το 2023 και έπειτα η Ελλάδα εμφανίζει σαφή υπεροχή. Τον περασμένο Δεκέμβριο, η νεανική ανεργία στην Ισπανία καταγράφηκε στο 23,4%, περισσότερο από δέκα μονάδες υψηλότερα σε σχέση με την ελληνική επίδοση. Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι οι προκλήσεις έχουν εξαλειφθεί. Η ποιότητα των θέσεων εργασίας, η αντιστοίχιση δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς και η βιωσιμότητα της αναπτυξιακής δυναμικής παραμένουν κρίσιμα ζητήματα. Ωστόσο, η υπέρβαση του ευρωπαϊκού μέσου όρου συνιστά σημείο καμπής.
Μετά από μια δεκαετία όπου η ανεργία των νέων αποτέλεσε σύμβολο της κρίσης, η πρόσφατη επίδοση λειτουργεί ως ένδειξη σταθεροποίησης και μεταστροφής. Η πορεία από το 62,5% του 2013 στο 13% του 2025 αποτυπώνει μια βαθιά μεταβολή στο παραγωγικό και θεσμικό περιβάλλον της χώρας. Το στοίχημα, πλέον, δεν είναι απλώς η διατήρηση της σύγκλισης με την Ευρώπη, αλλά η ενίσχυση μιας αγοράς εργασίας που θα προσφέρει προοπτική, σταθερότητα και ουσιαστικές ευκαιρίες στη νεότερη γενιά.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0