Αντιδράσεις για τη σύλληψη Μαδούρο: Διπλωματικές αναταράξεις μετά τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα
Η αιφνιδιαστική αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, που κορυφώθηκε με την αιχμαλώτιση του Νικολάς Μαδούρο και την εκτεταμένη χρήση στρατιωτικής ισχύος στο Καράκας, λειτούργησε ως επιταχυντής μιας παγκόσμιας αναμέτρησης αφηγήσεων. Από τη μία πλευρά, ο Λευκός Οίκος προβάλλει ένα δόγμα επιβολής «τάξης» και άμεσης ανατροπής ενός καθεστώτος που χαρακτηρίζει παράνομο. Από την άλλη, κράτη και διεθνείς οργανισμοί επαναφέρουν στο προσκήνιο την αρχή της κυριαρχίας, τους κανόνες της διεθνούς νομιμότητας και τον φόβο ότι ανοίγει ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Το αποτέλεσμα είναι ένα διεθνές σκηνικό υψηλής έντασης, όπου σχεδόν κάθε πρωτεύουσα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε συμφέρον, αρχές, εσωτερική πολιτική πίεση και γεωπολιτικές εξαρτήσεις.
US officials release more images of Maduro following his capture from Venezuela. pic.twitter.com/tXey1tXwNS
— Hamdah Salhut (@hamdahsalhut) January 4, 2026
Στην Ευρώπη διαμορφώθηκε μια διπλή γραμμή που αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη δυσκολία. Υπάρχει σαφής πολιτική απόσταση από το καθεστώς Μαδούρο, αλλά ταυτόχρονα επιμονή ότι η μετάβαση οφείλει να γίνει με κανόνες, χωρίς να εγκαταλειφθεί το πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Οι ευρωπαϊκές τοποθετήσεις συγκλίνουν στη διατύπωση πως ο στόχος είναι μια ειρηνική και δημοκρατική μετάβαση, με σεβασμό στη βούληση του λαού της χώρας, ενώ αποφεύγονται θριαμβολογίες για μια στρατιωτική ενέργεια που δεν υπήρξε προϊόν συλλογικής απόφασης ή διεθνούς νομιμοποίησης. Η Ευρώπη δεν θέλει να εμφανιστεί ως χειροκροτητής μιας μονομερούς επέμβασης, αλλά ούτε και να βρεθεί στη θέση του αντικειμενικού συμμάχου ενός καθεστώτος που έχει αμφισβητηθεί διεθνώς και πολιτικά.
Η Βρετανία επέλεξε πιο σκληρή φρασεολογία, κρατώντας μεν αποστάσεις από τη συμμετοχή στην επιχείρηση, αλλά στέλνοντας καθαρό πολιτικό μήνυμα υπέρ της αλλαγής καθεστώτος. Το Λονδίνο επιχείρησε να σταθεί ταυτόχρονα σε δύο βάσεις: να διατηρήσει θεσμική απόσταση από την ίδια τη στρατιωτική διαδικασία και να διατυπώσει πολιτική αποδοχή του αποτελέσματος, ως «τέλος» μιας εξουσίας που θεωρείται παράνομη.
Η Γαλλία κινήθηκε σε μια γραμμή που συνδυάζει αξιολογική κρίση και θεσμική απαίτηση. Από τη μία, αποδίδεται η εξέλιξη ως θετική, ως απαλλαγή από μια αυταρχική διακυβέρνηση. Από την άλλη, τίθενται όροι: η μετάβαση πρέπει να είναι ειρηνική, δημοκρατική και να αποτυπώνει τη λαϊκή βούληση. Η γαλλική στάση αντανακλά μια ευρύτερη ευρωπαϊκή αγωνία: το ότι ακόμη και μια «σωστή» πολιτικά επιθυμητή έκβαση μπορεί να προκύψει με τρόπους που, αν κανονικοποιηθούν, ακυρώνουν τις ίδιες τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται το διεθνές σύστημα.
Ο ΟΗΕ κράτησε αυστηρά θεσμική στάση και έθεσε το θέμα εκεί όπου πονά περισσότερο: στη νομιμότητα και στο προηγούμενο. Η ανησυχία για κλιμάκωση, η επισήμανση ότι δεν τηρήθηκε το διεθνές δίκαιο και η έκκληση για διάλογο χωρίς αποκλεισμούς δεν είναι τυπικές διατυπώσεις. Είναι υπενθύμιση ότι η διεθνής τάξη δεν αντέχει να μετατρέψει τη μονομερή στρατιωτική επιβολή αλλαγής καθεστώτος σε «εργαλείο ρουτίνας». Όταν οι κανόνες υποχωρούν μπροστά στην ισχύ, αυτό που χάνεται δεν είναι μόνο μια αρχή, αλλά η προβλεψιμότητα των σχέσεων και η ίδια η δυνατότητα ειρηνικής διαχείρισης κρίσεων.
Στη Λατινική Αμερική, η υπόθεση αποκτά ακόμη πιο έντονα χαρακτηριστικά, επειδή κουβαλά ιστορικό βάρος. Για μεγάλος μέρος της περιοχής, κάθε αμερικανική στρατιωτική επέμβαση ανασύρει μνήμες παρεμβάσεων, αλλαγών καθεστώτων και «πειραμάτων» ισχύος. Έτσι εξηγείται γιατί η Κολομβία, η Βραζιλία και το Μεξικό προτάσσουν την κυριαρχία και την περιφερειακή σταθερότητα, προειδοποιώντας για ανθρωπιστικές συνέπειες και μεταναστευτικές ροές. Ταυτόχρονα όμως, υπάρχει και το άλλο στρατόπεδο, εκείνο που αντιμετωπίζει την εξέλιξη ως δικαίωση μιας πολιτικής γραμμής «τέλους στον τσαβισμό», με έντονη ιδεολογική φόρτιση. Η ήπειρος εμφανίζεται διχασμένη και αυτός ο διχασμός δεν είναι θεωρητικός: επηρεάζει ασφάλεια, σύνορα, εμπορικές σχέσεις, ακόμη και το αν θα υπάρξει συντονισμένη περιφερειακή προσπάθεια αποκλιμάκωσης.
Ρωσία, Κίνα και Ιράν, με δεσμούς στρατηγικούς και ενεργειακούς με τη Βενεζουέλα, επέλεξαν την πλήρη καταδίκη, προβάλλοντας το ζήτημα της κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου. Πίσω από τη ρητορική, υπάρχει ένα καθαρό γεωπολιτικό μήνυμα: η Βενεζουέλα δεν είναι απλώς μια χώρα σε εσωτερική κρίση, αλλά ένας κόμβος πόρων και επιρροής. Όποιος ελέγχει την «επόμενη μέρα» σε τέτοιες χώρες, επηρεάζει ενεργειακές ισορροπίες, διαδρομές εμπορίου και την ίδια τη δυνατότητα τρίτων δυνάμεων να διατηρούν ερείσματα σε μια περιοχή που οι ΗΠΑ παραδοσιακά θεωρούν ζωτικό χώρο.
Στις ΗΠΑ, η επιχείρηση δεν έμεινε έξω από την εσωτερική πολιτική. Η αντιπαράθεση πήρε αμέσως τη μορφή σύγκρουσης για τα κίνητρα: άλλοι μιλούν για ασφάλεια και «κράτος-ναρκωτικό», άλλοι για πετρέλαιο και αλλαγή καθεστώτος με πρόσχημα τη δικαιοσύνη. Αυτή η σύγκρουση δεν είναι λεπτομέρεια, γιατί προδιαγράφει και τη διάρκεια της κρίσης: αν η υπόθεση γίνει εσωτερικό πολιτικό όπλο, η διαχείριση της μετάβασης στη Βενεζουέλα κινδυνεύει να αποκτήσει χαρακτηριστικά επικοινωνιακής επίδειξης ισχύος, αντί σοβαρού σχεδίου σταθεροποίησης.
Σε αυτό το κλίμα, η ελληνική στάση κινείται στη λογική θεσμικής ψυχραιμίας και πρακτικής ετοιμότητας. Η προτεραιότητα είναι σαφής: παρακολούθηση της κατάστασης, συντονισμός με εταίρους και, κυρίως, διαρκής μέριμνα για την ασφάλεια της ελληνικής κοινότητας στη χώρα μέσω της Πρεσβείας στο Καράκας. Η Αθήνα δεν έχει λόγο να υιοθετήσει ρητορικές υπερβολές, ούτε να εγκλωβιστεί σε εύκολες διχοτομίες. Η πραγματική πρόκληση είναι διπλή: να στηριχθεί η αρχή μιας ειρηνικής μετάβασης και να διαφυλαχθεί, χωρίς γκρίζες ζώνες, ο σεβασμός των κανόνων που συγκρατούν τις κρίσεις από το να μετατραπούν σε ανεξέλεγκτες αλυσιδωτές αντιδράσεις.
Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο εκδηλώνονται ήδη αντανακλαστικά έντονης αντιπαράθεσης. Η αντιπολίτευση πιέζει για καθαρή τοποθέτηση υπέρ του διεθνούς δικαίου, καταγγέλλοντας την αμερικανική επέμβαση ως επιθετική πράξη, ενώ η κυβέρνηση επιδιώκει να κρατήσει τη στάση της στο επίπεδο της θεσμικής σοβαρότητας και της διεθνούς ισορροπίας, χωρίς να δώσει λαβές για εσωτερική εργαλειοποίηση. Αυτό το σημείο είναι κρίσιμο, γιατί η ελληνική εξωτερική πολιτική κρίνεται περισσότερο από τη συνέπεια και τη νηφαλιότητα παρά από το ύφος μιας στιγμιαίας δήλωσης.
Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται αλλού: η «επόμενη μέρα» στη Βενεζουέλα θα κριθεί από το αν θα υπάρξει πραγματικός θεσμικός δρόμος μετάβασης, με καθαρούς κανόνες νομιμοποίησης και με ικανότητα να αποτραπεί κενό εξουσίας, βία ή εκδικητικός κύκλος. Αν η αλλαγή μετατραπεί σε μακρά περίοδο επιτήρησης χωρίς κοινωνική αποδοχή, η χώρα θα παραμείνει πεδίο σύγκρουσης, απλώς με άλλους πρωταγωνιστές. Αν, αντίθετα, η μετάβαση καταφέρει να παράξει πολιτική σταθερότητα, τότε η κρίση μπορεί να κλείσει χωρίς να τιναχτεί στον αέρα η περιφερειακή ασφάλεια.
Γι’ αυτό η αυστηρή ανάγνωση δεν χωρά ούτε πανηγυρισμούς ούτε αυτόματες καταδίκες. Η απομάκρυνση ενός αυταρχικού καθεστώτος μπορεί να γεννά προσδοκία. Η παράκαμψη των κανόνων γεννά κίνδυνο. Αν επικρατήσει η λογική ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει κάθε μέσο, το διεθνές σύστημα περνά σε πιο ωμή φάση, όπου η ισχύς γράφει δίκαιο εκ των υστέρων. Αν, αντίθετα, η μετάβαση κλειδώσει με ελάχιστες εγγυήσεις νομιμότητας, πολιτικής συμμετοχής και σεβασμού δικαιωμάτων, τότε αυτό που σήμερα μοιάζει με κρίση-σοκ μπορεί να εξελιχθεί σε διαδικασία σταθεροποίησης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο σενάρια είναι η διαφορά ανάμεσα σε έναν κόσμο κανόνων και σε έναν κόσμο «πράξεων τετελεσμένων».
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0