Πόσες ώρες πρέπει να εργάζεται κανείς; Τι αποκαλύπτει η απάντηση κάθε εργοδότη
Ο μέσος εργαζόμενος στον κόσμο περνά περίπου 42 ώρες την εβδομάδα στη δουλειά, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Πίσω από αυτόν τον μέσο όρο, ωστόσο, κρύβονται βαθιές ανισότητες και διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες, που σχετίζονται με το φύλο, την ηλικία, το εισόδημα και το επίπεδο ανάπτυξης κάθε χώρας. Παρότι το 40ωρο εξακολουθεί να λειτουργεί ως παγκόσμιο σημείο αναφοράς, η σύγχρονη εργασία σπάνια χωρά σε πέντε «καθαρά» οκτάωρα. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσες ώρες εργάζεται κάποιος, αλλά πόσες ώρες θεωρούνται εύλογες, αποδοτικές ή ακόμη και επιθυμητές. Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα λέει πολλά για το είδος της εργασιακής κουλτούρας που υιοθετεί ένας εργοδότης.
Για ορισμένους, προτεραιότητα αποτελεί η ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και την προσωπική ζωή. Έρευνα του Πανεπιστημίου Duke, που πραγματοποιήθηκε σε εργαζομένους σε τρεις χώρες, έδειξε ότι πολλοί είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν χαμηλότερο μισθό προκειμένου να έχουν λιγότερες ώρες εργασίας. Στη Γερμανία και τη Βρετανία, το «ιδανικό» εβδομαδιαίο ωράριο κινείται κοντά στις 37 ώρες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, οι εργαζόμενοι προτιμούν συχνά περισσότερες ώρες και υψηλότερες αποδοχές — μια επιλογή που μπορεί να αντανακλά τόσο την οικονομική ανασφάλεια όσο και μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα υπερεργασίας. Άλλοι εργοδότες εστιάζουν στην παραγωγικότητα. Ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι μετά από ένα όριο, η απόδοση αρχίζει να φθίνει. Κλασική μελέτη για την πολεμική βιομηχανία της Βρετανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μετά τις 48 ώρες εργασίας την εβδομάδα, κάθε επιπλέον ώρα απέδιδε λιγότερο, ενώ μετά τις 63 ώρες η συνολική παραγωγή πρακτικά δεν αυξανόταν.
Υπάρχει, βέβαια, και η οπτική του κόστους. Για έναν εργοδότη, οι εργαζόμενοι δεν είναι μόνο ώρες εργασίας αλλά και πάγια έξοδα — ασφάλιση, παροχές, υποδομές. Σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση των ωρών ενός ήδη απασχολούμενου εργαζομένου μπορεί να θεωρηθεί οικονομικά αποδοτικότερη από την πρόσληψη νέου προσωπικού, ακόμη κι αν το όφελος είναι οριακό. Σε επαγγέλματα υψηλής ευθύνης, όμως, η κόπωση μπορεί να έχει βαρύ τίμημα. Μελέτες σε διασώστες και εργαζόμενους πρώτης γραμμής δείχνουν ότι προς το τέλος πολύωρων βαρδιών μειώνεται η ταχύτητα και η ακρίβεια αντίδρασης — με συνέπειες που μπορεί να αποβούν μοιραίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μείωση του ωραρίου δεν είναι θέμα ευημερίας, αλλά ασφάλειας.
Υπάρχουν, τέλος, εργοδότες που αντιμετωπίζουν τις υπερωρίες ως απόδειξη αφοσίωσης και εργασιακής ηθικής. Στον κόσμο των νεοφυών επιχειρήσεων, τα εξαντλητικά ωράρια συχνά θεωρούνται αναγκαία στην αρχική φάση. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η λογική παγιώνεται και μετατρέπεται σε κανόνα. Δηλώσεις όπως εκείνη του συνιδρυτή της Google, Σεργκέι Μπριν, ότι οι 60 ώρες την εβδομάδα αποτελούν το «γλυκό σημείο» για την παραγωγικότητα στην τεχνητή νοημοσύνη, ή η παλαιότερη θέση του Έλον Μασκ ότι «κανείς δεν άλλαξε τον κόσμο δουλεύοντας 40 ώρες», ενισχύουν αυτή την κουλτούρα. Στις μεγάλες, καθιερωμένες εταιρείες, οι πολλές ώρες εργασίας εξακολουθούν να λειτουργούν άτυπα ως διαβατήριο για την επαγγελματική ανέλιξη. Όσοι δουλεύουν λιγότερο, ακόμη κι αν είναι αποδοτικοί, συχνά μένουν πίσω.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0