Το τίμημα της γνώσης
Γράφει η Ευτυχία Παπούλια
Κοινωνιολόγος
Αυτό το σχέδιο το έκανα σε πέντε λεπτά, αλλά μου πήρε εξήντα χρόνια για να φτάσω σ’ αυτό το σημείο.
Πιέρ Ωγκύστ Ρενουάρ
Όταν ήμουν μικρή και περνούσα ώρες στο ξυλουργείο του πατέρα μου, άκουγα συχνά μια ιστορία για κάποιον από το χωριό όπου μεγάλωσε — μια ιστορία που τότε άκουγα σαν απλό περιστατικό, αλλά αργότερα κατάλαβα πόσο βαθιά είχε χαραχτεί μέσα μου. Μου μιλούσε για έναν παλιό τεχνίτη που είχε προσλάβει έναν βοηθό. Κάθε φορά όμως που η δουλειά έφτανε στο πιο κρίσιμο σημείο, έβρισκε τρόπο να τον απομακρύνει. Τον έστελνε για τσιγάρα, για κάποιο εργαλείο, για μια δουλειά της στιγμής, οτιδήποτε θα τον κρατούσε μακριά από εκεί όπου φαινόταν η τέχνη. Ο βοηθός, όμως, δεν έφευγε εύκολα. Επέμενε να μένει κοντά. Παρατηρούσε, περίμενε τη στιγμή. Ήθελε να μάθει, όχι από περιέργεια, αλλά από πραγματική δίψα για τη δουλειά. Και ο καιρός πέρασε μέχρι που ο τεχνίτης κατάλαβε κάτι ουσιαστικό: Δεν είχε απέναντί του έναν περαστικό βοηθό, αλλά έναν άνθρωπο αποφασισμένο να προσφέρει. Τότε και μόνο τότε, του άνοιξε απλόχερα τα μυστικά της τέχνης.
Χρόνια αργότερα, η ιστορία της Jennifer Schroeder από τις Ηνωμένες Πολιτείες έφερε εκείνο το παλιό μάθημα ξανά στην επιφάνεια. Η καταγγελία της δεν έγινε viral τυχαία. Η έμπειρη εργαζόμενη, γνωστή στο TikTok ως @theunobsolete, αρνήθηκε να εκπαιδεύσει την 25χρονη που προήχθη στη θέση την οποία η ίδια διεκδικούσε. Και ξαφνικά, το διαδίκτυο χωρίστηκε στα δύο: Από τη μία όσοι μίλησαν για πικρία και εγωισμό, από την άλλη όσοι αναγνώρισαν κάτι πολύ πιο οικείο — τον φόβο της επαγγελματικής απαξίωσης. Πίσω από τον θόρυβο των social media κρύβεται ένα βαθύτερο κοινωνιολογικό ερώτημα: Είναι πράγματι υποχρεωμένος ένας εργαζόμενος να παραδώσει απλόχερα τη γνώση που απέκτησε με κόπο, ιδίως όταν το ίδιο το σύστημα δείχνει να την υποτιμά;
Η υπόθεση της Schroeder δεν αφορά μόνο μία γυναίκα σε μια αμερικανική εταιρεία, αλλά τη μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στην εμπειρία και την αγορά εργασίας σε μια εποχή όπου η σταθερότητα υποχωρεί και οι παραιτήσεις αυξάνονται διεθνώς. Όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται ότι η επαγγελματική ασφάλεια δεν είναι δεδομένη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η γνώση παύει να βιώνεται ως ουδέτερο αγαθό και μετατρέπεται σε κεφάλαιο επιβίωσης. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Pierre Bourdieu είχε περιγράψει τη γνώση ως μορφή συμβολικού κεφαλαίου, ως εκείνο το άυλο απόθεμα που προσδίδει ισχύ και αναγκαιότητα μέσα σε ένα ανταγωνιστικό πεδίο. Υπό αυτό το πρίσμα, η απαίτηση να μεταβιβαστεί άνευ όρων δεν είναι μια απλή πράξη συνεργασίας. Είναι μεταφορά ισχύος.
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της κοινωνικής παρεξήγησης γύρω από την υπόθεση. Πολλοί αντιμετώπισαν την άρνηση της Schroeder ως ένδειξη μικροψυχίας. Όμως πώς μπορεί ένας οργανισμός να παρακάμπτει την εμπειρία ενός εργαζομένου για μια προαγωγή και ταυτόχρονα να απαιτεί από τον ίδιο να μεταδώσει το know-how που υποτίθεται ότι δεν κρίθηκε αρκετό; Η αντίφαση είναι προφανής και για πολλούς εργαζομένους βαθιά προσβλητική. Σε μια αγορά όπου η «κουλτούρα συνεργασίας» συχνά συνυπάρχει με πολιτικές μείωσης κόστους, η γενναιοδωρία δεν μπορεί να επιβάλλεται διοικητικά. Η μεταφορά γνώσης προϋποθέτει εμπιστοσύνη, αναγνώριση και αίσθηση δικαιοσύνης. Όταν αυτά απουσιάζουν, η άρνηση δεν είναι απαραίτητα αδυναμία συνεργασίας· είναι μηχανισμός αυτοπροστασίας.
Το περιστατικό ανέδειξε και μια βαθύτερη διαγενεακή ένταση που χαρακτηρίζει πολλές σύγχρονες αγορές εργασίας. Η νεότητα συχνά παρουσιάζεται ως συνώνυμο της προσαρμοστικότητας και της τεχνολογικής ευχέρειας, ενώ η εμπειρία αντιμετωπίζεται ως βάρος κόστους. Αυτή η σιωπηρή ιεράρχηση δημιουργεί αδικίες και παράλληλα διαβρώνει την οργανωσιακή μνήμη των επιχειρήσεων. Όταν οι εταιρείες επιλέγουν να επενδύουν μονομερώς στη νεότητα και στην επιφανειακή ανανέωση, παραμελώντας τη συνέχεια και τη συσσωρευμένη εμπειρία, καταλήγουν αναπόφευκτα να οικοδομούν οργανισμούς με κοντή μνήμη — και οι οργανισμοί με κοντή μνήμη επαναλαμβάνουν σφάλματα που κάποτε πληρώθηκαν ακριβά. Η εμπειρία αποτελεί κρίσιμο μηχανισμό πρόληψης και θεσμικής σταθερότητας, όχι διακοσμητικό συμπλήρωμα εταιρικών δομών.
Απαιτείται, ωστόσο, προσεκτική διάκριση. Η γνώση δεν προορίζεται για ερμητική φύλαξη ούτε για μετατροπή σε ατομικό απόρρητο. Επιχειρήσεις που υιοθετούν τη λογική «ο καθένας κρατά τα μυστικά του» οδηγούνται σταδιακά σε εσωστρέφεια και σε φτωχοποίηση του συλλογικού τους κεφαλαίου, καθώς η εμπειρία που δεν μετασχηματίζεται σε κοινή οργανωσιακή μνήμη χάνεται μαζί με εκείνους που τη φέρουν. Η πραγματική πρόοδος οικοδομείται μέσα από συνειδητή διαδοχή, θεσμική αναγνώριση και ουσιαστική μεταφορά γνώσης προς εκείνους που αποδεικνύουν ότι μπορούν να την εκτιμήσουν.
Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη λεπτή γραμμή. Η γνώση σπάνια προσφέρεται απρόσωπα· μεταδίδεται μέσα σε σχέση εμπιστοσύνης. Σε αυτό ακριβώς συμπυκνώνεται και η πιο ώριμη ανάγνωση της υπόθεσης της Jennifer Schroeder: Οι περισσότεροι έμπειροι επαγγελματίες διαθέτουν διάθεση καθοδήγησης, αντιδρούν όμως όταν καλούνται να λειτουργήσουν ως «αυτόματοι διανομείς» τεχνογνωσίας σε περιβάλλον που υποτιμά τη συμβολή τους. Η ουσιαστική επαγγελματική κουλτούρα οικοδομείται διαφορετικά. Διαμορφώνεται όταν ο νεότερος επιδεικνύει συνέπεια, επιμονή και αυθεντική διάθεση μάθησης πέρα από το τυπικό εγχειρίδιο, όταν αναγνωρίζει έμπρακτα ότι η εμπειρία αποτελεί κεκτημένο που κατακτήθηκε με χρόνο και κόστος. Τότε, σχεδόν πάντοτε, οι δίαυλοι της γνώσης ανοίγουν.
Γι’ αυτό και η φράση που αποδίδει με μεγαλύτερη ακρίβεια το δίδαγμα της υπόθεσης απομακρύνεται από τα απόλυτα σχήματα και κινείται σε πιο απαιτητικό, αλλά δικαιότερο έδαφος: Μοιράζεσαι τα πάντα όταν δεις προσπάθεια. Σε μια περίοδο κατά την οποία η εργασιακή πίστη εμφανίζει σημάδια διάβρωσης και η κινητικότητα τείνει να θεωρείται κανονικότητα, η γενναιοδωρία παύει να λειτουργεί ως μονόπλευρη υποχρέωση και μετατρέπεται σε σχέση αμοιβαιότητας. Όσο οι οργανισμοί δυσκολεύονται να εγγυηθούν αυτή την ισορροπία, τόσο περισσότερες ιστορίες σαν της Jennifer Schroeder θα βρίσκουν απήχηση. Γιατί, τελικά, το viral περιστατικό δεν αφορά μόνο μια εργαζόμενη στις ΗΠΑ. Αφορά μια ευρύτερη αγωνία της σύγχρονης εργασίας: Πώς προστατεύεται η αξία της εμπειρίας σε έναν κόσμο που τρέχει όλο και πιο γρήγορα. Και εκεί, η εύκολη ηθικολογία δεν αρκεί.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0
