Μητσοτάκης – Ερντογάν: Διάλογος με σαφή όρια και φόντο τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις
Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης ρευστότητας και περιφερειακών ανακατατάξεων, η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Λευκό Παλάτι της Άγκυρας επιβεβαίωσε ότι Αθήνα και Άγκυρα επιλέγουν να διατηρήσουν ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας, ακόμη και όταν οι διαφωνίες παραμένουν ουσιαστικές. Η διάρκεια της κατ’ ιδίαν συνάντησης, που ξεπέρασε τη μιάμιση ώρα, αλλά και το θετικό κλίμα που αποτυπώθηκε στις δημόσιες δηλώσεις, υπογράμμισαν μια σταθερή πρόθεση διαχείρισης των διαφορών χωρίς διολίσθηση σε εντάσεις. Ο Τούρκος πρόεδρος χαρακτήρισε τον Έλληνα πρωθυπουργό «πολύτιμο φίλο», επισημαίνοντας ότι, παρά το γεγονός πως τα ζητήματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο είναι «ακανθώδη», δεν θεωρούνται άλυτα εφόσον υπάρχει πολιτική βούληση και εποικοδομητικός διάλογος. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις συμφωνίες και τα μνημόνια που υπεγράφησαν στο πλαίσιο της 6ης Συνόδου του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, εκτιμώντας ότι δημιουργούν ένα σταθερό υπόβαθρο για την ενίσχυση των διμερών επαφών και του εμπορίου. Ο στόχος για αύξηση του όγκου των συναλλαγών στα 10 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος της δεκαετίας αποτυπώνει τη βούληση για οικονομική σύγκλιση, παρά τις πολιτικές αποκλίσεις.
Από την πλευρά του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε με σαφήνεια τα όρια της ελληνικής θέσης. Υπογράμμισε ότι η μόνη διαφορά που θα μπορούσε να παραπεμφθεί σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο αφορά την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, με αποκλειστική αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο και ιδίως στο Δίκαιο της Θάλασσας. Παράλληλα, κάλεσε σε άρση κάθε μορφής απειλής στις διμερείς σχέσεις, αφήνοντας σαφείς αιχμές για το casus belli, το οποίο εξακολουθεί να βαραίνει το θεσμικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η δομημένη προσέγγιση τριών πυλώνων –πολιτικός διάλογος, θετική ατζέντα και μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης– αποτέλεσε τον βασικό άξονα της ελληνικής στρατηγικής από το 2023 και μετά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, αποκαταστάθηκε ένα πλέγμα τακτικών επαφών, με συγκεκριμένα αποτελέσματα σε τομείς όπως η διαχείριση μεταναστευτικών ροών, όπου καταγράφηκε σημαντική μείωση αφίξεων στο Ανατολικό Αιγαίο, αλλά και η συνεργασία στην πολιτική προστασία και στην αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συζήτηση για τις μειονότητες, ένα πεδίο με διαχρονική ευαισθησία. Η ελληνική πλευρά επανέλαβε ότι το καθεστώς της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη καθορίζεται ρητώς από τη Συνθήκη της Λωζάνης ως θρησκευτικό, απορρίπτοντας κάθε ερμηνεία περί εθνοτικού προσδιορισμού. Ο Τούρκος πρόεδρος, από την άλλη, αναφέρθηκε στην «τουρκική μειονότητα της δυτικής Θράκης», επισημαίνοντας την ανάγκη ενίσχυσης των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ελευθεριών. Η διαφορετική ορολογία καταδεικνύει ότι, παρά το θετικό κλίμα, οι θεμελιώδεις προσεγγίσεις παραμένουν διακριτές. Στο Κυπριακό, η Αθήνα επανέλαβε την προσήλωσή της σε λύση στη βάση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και σε επανεκκίνηση ουσιαστικών συνομιλιών από το σημείο όπου διεκόπησαν το 2017. Παράλληλα, οι δύο ηγέτες συζήτησαν τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, εκφράζοντας υποστήριξη στη λύση των δύο κρατών για το Παλαιστινιακό, ενώ καταδίκασαν ενέργειες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τη βιωσιμότητα μιας τέτοιας προοπτικής. Η ελληνική θέση διατύπωσε ρητή αντίθεση σε ενδεχόμενη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης, ενώ τόνισε την ανάγκη αφοπλισμού της Χαμάς και διασφάλισης της ασφάλειας του Ισραήλ.
Στο πεδίο της Συρίας, αναδείχθηκε περιθώριο συντονισμού, τόσο σε επίπεδο πολιτικής σταθεροποίησης όσο και στην προοπτική ανοικοδόμησης, με κοινό συμφέρον τη δημιουργία συνθηκών που θα επιτρέψουν την ασφαλή επιστροφή προσφύγων. Η συνάντηση στην Άγκυρα δεν ανέτρεψε τις πάγιες διαφωνίες, ούτε προσέφερε θεαματικές λύσεις. Κατέδειξε, ωστόσο, ότι οι δύο χώρες, παρά τη βαριά ιστορική και γεωπολιτική τους κληρονομιά, επιδιώκουν να μετατρέψουν τη γεωγραφία από παράγοντα έντασης σε πεδίο συνεννόησης. Η πρόκληση παραμένει σύνθετη: η διατήρηση της θετικής δυναμικής χωρίς υποχώρηση από θεμελιώδεις θέσεις και χωρίς επιστροφή σε κύκλους κρίσεων που στο παρελθόν επιβάρυναν το κλίμα. Η επόμενη Σύνοδος του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, που αναμένεται να φιλοξενηθεί στην Ελλάδα, θα αποτελέσει νέο τεστ για τη βιωσιμότητα αυτής της προσέγγισης. Μέχρι τότε, το ζητούμενο θα είναι εάν ο διάλογος θα παραμείνει ουσιαστικός και εάν η πολιτική βούληση που εκφράστηκε δημοσίως μπορεί να μετουσιωθεί σε σταθερή, απτή πρόοδο.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0