Συνταγματική αναθεώρηση: Η στιγμή της θεσμικής τόλμης
Ο κύκλος της συνταγματικής αναθεώρησης άνοιξε επισήμως και, όπως συμβαίνει πάντα με τέτοιες διαδικασίες, δεν πρόκειται για μια πολιτική πρωτοβουλία που εξαντλείται στον χρόνο μιας κυβέρνησης ή μιας κοινοβουλευτικής περιόδου. Αντιθέτως, πρόκειται για μια βαθιά θεσμική διαδικασία, που δοκιμάζει την ωριμότητα του πολιτικού συστήματος και απαιτεί συνέχεια, πλειοψηφίες και –κυρίως– πολιτικό θάρρος. Το σήμα δόθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος κατέστησε σαφές ότι η παρούσα Βουλή οφείλει να προετοιμάσει το έδαφος και η επόμενη να «κλειδώσει» τις αλλαγές, όπως ακριβώς προβλέπει το Σύνταγμα. Από την πρώτη στιγμή, η κυβέρνηση επιχείρησε να αποσυνδέσει την αναθεώρηση από τη λογική της τυπικής διεκπεραίωσης. Στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης μίλησε για μια «κορυφαία» και «ιστορική» διαδικασία, θέτοντας τον πήχη ψηλά: τα κόμματα δεν καλούνται απλώς να ψηφίσουν άρθρα, αλλά να αναμετρηθούν με την Ιστορία και να αποδείξουν αν μπορούν να συναινέσουν σε θεσμικές αλλαγές που θα διαμορφώσουν ένα νέο υπόδειγμα διακυβέρνησης για τη χώρα.
Το μήνυμα που εκπέμπεται από το Μέγαρο Μαξίμου είναι σαφές: η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια αφηρημένη άσκηση νομικής τεχνικής, αλλά ένα εργαλείο θεσμικής θωράκισης. Η κυβερνητική στόχευση οργανώνεται γύρω από ένα τρίπτυχο που συνοψίζει την εμπειρία της χώρας από την κρίση και μετά: δημοσιονομική σταθερότητα, αποτελεσματικό κράτος, ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας. Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τις προτάσεις της ως απάντηση σε παθογένειες δεκαετιών: στην ευκολία με την οποία η χώρα οδηγήθηκε στο παρελθόν σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό, στη διάχυτη αίσθηση ατιμωρησίας για τα πολιτικά πρόσωπα, στη δυσλειτουργία της δημόσιας διοίκησης και σε θεσμικές αγκυλώσεις που κρατούν την Ελλάδα πίσω σε κρίσιμους τομείς, όπως η ανώτατη εκπαίδευση.
Στο δημόσιο σήμα που εξέπεμψε ο Παύλος Μαρινάκης, ξεχωρίζουν τέσσερις άξονες που λειτουργούν ως «άγκυρες» της συζήτησης. Ο πρώτος αφορά ένα είδος «συνταγματικού φρένου» στη δημοσιονομική εκτροπή. Η κυβέρνηση επαναφέρει την ανάγκη θεσμικών δικλίδων που θα αποτρέπουν την επιστροφή σε πολιτικές ανεξέλεγκτων ελλειμμάτων. Δεν πρόκειται απλώς για τεχνική ρύθμιση, αλλά για σαφές πολιτικό μήνυμα: η Ελλάδα δεν αντέχει άλλες περιπέτειες και όσοι διεκδικούν ρόλο εξουσίας καλούνται να τοποθετηθούν καθαρά απέναντι στο παρελθόν.
Ο δεύτερος άξονας είναι το πολυσυζητημένο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών. Εδώ η κυβέρνηση τοποθετεί την «κορυφαία προτεραιότητα» της αναθεώρησης. Η κεντρική ιδέα είναι να σπάσει η αίσθηση ότι η παραπομπή ή μη ενός υπουργού στη Δικαιοσύνη εξαρτάται αποκλειστικά από τους εκάστοτε κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Πρόκειται για ένα αίτημα που διαπερνά την κοινωνία και ενισχύθηκε ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, καθώς η λογοδοσία των πολιτικών προσώπων αναδείχθηκε σε μείζον ζήτημα αξιοπιστίας του συστήματος.
Ο τρίτος άξονας είναι η αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Η κυβέρνηση επαναφέρει μετωπικά τη συζήτηση, μιλώντας για άρση ενός «αναχρονιστικού μονοπωλίου» στην ανώτατη εκπαίδευση. Στη ρητορική της, η Ελλάδα παρουσιάζεται ως εξαίρεση στον ευρωπαϊκό χάρτη, με ένα Σύνταγμα που δεν επιτρέπει επιλογές οι οποίες σε άλλες χώρες συνυπάρχουν με ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο. Η αναφορά σε χαμένες ευκαιρίες του παρελθόντος –όπως η αναθεώρηση του 2008– λειτουργεί ως υπενθύμιση του κόστους της ακινησίας.
Ο τέταρτος άξονας αφορά τη δημόσια διοίκηση: αξιολόγηση και συζήτηση για τη μονιμότητα σε «εντελώς νέα βάση». Η κυβέρνηση συνδέει ανοιχτά το θέμα με τη μάχη κατά του «βαθέος κράτους» και με την ανάγκη ένα Δημόσιο που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της επόμενης δεκαετίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το αφήγημα «Ελλάδα 2030» επιστρέφει δυναμικά στη συζήτηση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην τοποθέτησή του, άνοιξε ακόμη περισσότερο το κάδρο. Για το άρθρο 86, επανέλαβε τη θέση που υπερασπίζεται εδώ και χρόνια: αποφασιστικότερη συμμετοχή τακτικών δικαστών στην εξέταση υποθέσεων ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης υπουργών. Η θέση αυτή δεν είναι συγκυριακή· αποτελεί σταθερή πολιτική γραμμή, με στόχο να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών ότι οι υποθέσεις αυτές δεν κρίνονται αποκλειστικά στο πολιτικό πεδίο. Στο ίδιο πακέτο εντάχθηκαν η καθιέρωση μίας μόνο εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως θεσμική προστασία του αξιώματος από κομματικές σκοπιμότητες, αλλά και η ουσιαστικότερη συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Πρόκειται για παρεμβάσεις που επιχειρούν να θωρακίσουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, χωρίς να διαταράσσουν την ισορροπία των εξουσιών.
Άρθρο 86: Το ιστορικό βάρος και τα σενάρια αλλαγής
Το άρθρο 86 δεν είναι μια «τεχνική λεπτομέρεια». Πρόκειται για διάταξη με ιστορία σχεδόν δύο αιώνων, παρούσα –σε διάφορες μορφές– σε όλα τα ελληνικά Συντάγματα από το 1844 και μετά. Στη Μεταπολίτευση εφαρμόστηκε στην πράξη, με παραπομπές κορυφαίων πολιτικών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο, από την υπόθεση Κοσκωτά έως πιο πρόσφατες υποθέσεις. Σήμερα, η συζήτηση δεν αφορά την κατάργηση της πολιτικής ευθύνης, αλλά τον τρόπο με τον οποίο ενεργοποιείται η ποινική διαδικασία. Τα σενάρια που εξετάζονται –μεικτά σώματα δικαστών και βουλευτών, υποχρεωτικός έλεγχος από Δικαστικό Συμβούλιο, απευθείας διαβίβαση δικογραφιών στη Δικαιοσύνη– μετακινούν σε διαφορετικό βαθμό το κέντρο βάρους από το πολιτικό στο δικαστικό πεδίο. Η πρόκληση είναι μία: να ενισχυθεί η λογοδοσία χωρίς να εργαλειοποιείται η ποινική διαδικασία για πολιτικές σκοπιμότητες.
Άρθρο 16: Η σύγκρουση για το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης
Το άρθρο 16 αποτελεί τον πυρήνα της συνταγματικής ρύθμισης για την παιδεία. Η απαγόρευση ίδρυσης ανώτατων σχολών από ιδιώτες έχει μετατραπεί σε σύμβολο μιας βαθύτερης ιδεολογικής αντιπαράθεσης: από τη μία, η ανάγκη εκσυγχρονισμού και προσαρμογής σε διεθνή πρότυπα· από την άλλη, ο φόβος εμπορευματοποίησης της γνώσης. Η κυβερνητική επιλογή να ανοίξει ξανά τη συζήτηση δείχνει πολιτική τόλμη, καθώς πρόκειται για θέμα που επί δεκαετίες λειτουργεί ως πεδίο εύκολης πόλωσης.
Πέρα από τα άρθρα, το μεγάλο ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να παραγάγει συναίνεση. Η συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί διαδοχικές ψηφοφορίες και αυξημένες πλειοψηφίες. Δεν αρκεί η κυβερνητική βούληση· χρειάζεται ευρύτερη συμφωνία για το ποια άρθρα θα χαρακτηριστούν αναθεωρητέα και με ποια κατεύθυνση. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση εμφανίζεται να αναλαμβάνει το πολιτικό ρίσκο: θέτει δύσκολα θέματα, σηκώνει τον πήχη και καλεί την αντιπολίτευση να τοποθετηθεί όχι με όρους συγκυρίας, αλλά με όρους ιστορικής ευθύνης. Η τόλμη αυτή δεν εγγυάται από μόνη της επιτυχία. Όμως, σε μια χώρα που πλήρωσε ακριβά την αδράνεια και τις μισές λύσεις, η επιλογή να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για το Σύνταγμα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Η συνταγματική αναθεώρηση που ξεκινά δεν είναι απλώς μια θεσμική διαδικασία. Είναι μια δοκιμασία πολιτικής ωριμότητας. Και, σε αυτή τη φάση, η κυβέρνηση επιλέγει να σταθεί στην πλευρά της αλλαγής, της ευθύνης και της θεσμικής τόλμης – αφήνοντας την Ιστορία να κρίνει ποιοι ανταποκρίθηκαν στο ύψος των περιστάσεων.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0