Οι απειλές Τραμπ: Από τη Βενεζουέλα στη Γροιλανδία
Η σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από αμερικανικές δυνάμεις το Σαββατοκύριακο άνοιξε έναν νέο, ιδιαίτερα φορτισμένο κύκλο διεθνών αντιδράσεων. Μέσα σε δύο ημέρες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησής του προχώρησαν σε δηλώσεις που δεν περιορίστηκαν σε διπλωματικές αιχμές, αλλά άγγιξαν ευθέως το πεδίο της στρατιωτικής ισχύος, της αλλαγής καθεστώτων και της «σκληρής» γεωπολιτικής επιβολής. Στο επίκεντρο βρέθηκαν χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Κολομβία, η Κούβα και το Μεξικό, αλλά και το Ιράν, την ώρα που οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις εκεί εισέρχονται στη δεύτερη εβδομάδα τους. Παράλληλα, η Γροιλανδία –αυτόνομο έδαφος του Βασιλείου της Δανίας– ανέβηκε ξανά ψηλά στην ατζέντα της Ουάσινγκτον, με τον Τραμπ να επαναλαμβάνει ότι οι ΗΠΑ «τη χρειάζονται» για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Στο πολιτικό αφήγημα που ανέπτυξε ο Αμερικανός πρόεδρος, η έννοια της «βιωσιμότητας» των γειτονικών χωρών, η ελεύθερη εξαγωγή πετρελαίου και η αμερικανική επιρροή στον δυτικό ημισφαίριο παρουσιάζονται ως αλληλένδετα στοιχεία μιας νέας στρατηγικής. «Είναι προς το συμφέρον μας να έχουμε γύρω μας χώρες που είναι βιώσιμες και επιτυχημένες και όπου το πετρέλαιο μπορεί να εξάγεται ελεύθερα», δήλωσε, συμπυκνώνοντας με αυτή τη φράση μια λογική που συνδέει την ασφάλεια με την ενέργεια και την πολιτική σταθερότητα με τον έλεγχο των ροών. Και την ίδια στιγμή, ξεκαθάρισε το γεωπολιτικό στίγμα του: «Η αμερικανική κυριαρχία στο δυτικό ημισφαίριο δεν θα αμφισβητηθεί ποτέ ξανά». Ακολούθησε μια αλληλουχία δηλώσεων και αντιδηλώσεων, όπου σχεδόν κάθε «μήνυμα» από την Ουάσινγκτον συναντούσε απαντήσεις περί κυριαρχίας, διεθνούς δικαίου, εθνικής αξιοπρέπειας και ορίων της αμερικανικής επέμβασης. Το τοπίο που σχηματίζεται δεν αφορά μόνο τις χώρες που στοχοποιούνται ρητορικά, αλλά και τους συμμάχους των ΗΠΑ, ιδίως στην Ευρώπη, που παρακολουθούν με ανησυχία την αναζωπύρωση σεναρίων προσάρτησης ή μονομερών ενεργειών.
Γροιλανδία: «Τη χρειαζόμαστε»
Το πιο «βαρύ» γεωπολιτικά μέτωπο των τελευταίων δηλώσεων Τραμπ είναι η Γροιλανδία. Από το Air Force One, ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται το τεράστιο νησί «από την άποψη της εθνικής ασφάλειας». Επικαλέστηκε την παρουσία «ρωσικών και κινεζικών πλοίων» και υποστήριξε πως η Δανία «δεν θα είναι σε θέση να το κάνει», εννοώντας ότι δεν μπορεί να εγγυηθεί τη στρατηγική θωράκιση της περιοχής. Η δήλωση αυτή δεν έμεινε αναπάντητη. Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Jens Frederik Nielsen, μίλησε για «εντελώς απαράδεκτη» ρητορική, επισημαίνοντας ότι η επαναλαμβανόμενη αναφορά στην «ανάγκη» της Γροιλανδίας και η σύνδεσή της με τη Βενεζουέλα και τη στρατιωτική επέμβαση δεν είναι απλώς «λάθος», αλλά και «ασέβεια». Έθεσε μάλιστα το ζήτημα σε επίπεδο πολιτειακής και δημοκρατικής υπόστασης: «Η χώρα μας δεν είναι αντικείμενο ρητορικής των μεγάλων δυνάμεων. Είμαστε ένας λαός. Μια χώρα. Μια δημοκρατία».
Η Δανία, σύμμαχος των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, έχει αντιταχθεί σθεναρά στην ιδέα προσάρτησης. Η πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν κάλεσε την Ουάσινγκτον να σταματήσει τις απειλές εναντίον ενός «ιστορικά στενού συμμάχου», χαρακτηρίζοντας «εντελώς τρελό» να ακούγεται ότι οι ΗΠΑ πρέπει να πάρουν τον έλεγχο της Γροιλανδίας. Υπογράμμισε ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν δικαίωμα να προσαρτήσουν οποιοδήποτε τμήμα του Βασιλείου της Δανίας και ότι οι χώρες και οι λαοί «δεν πωλούνται». Την ίδια ώρα, η ευρωπαϊκή ανησυχία πήρε και θεσμική απόχρωση. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ δήλωσε ότι η Γροιλανδία ανήκει στη Δανία και, με δεδομένο ότι η Δανία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, η άμυνα της Γροιλανδίας βρίσκεται «υπό την αιγίδα» της Συμμαχίας. Άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξουν συνομιλίες για ενίσχυση της προστασίας της, αν κριθεί απαραίτητο. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, δηλώνοντας ότι «στέκεται στο πλευρό» της Δανίας και τονίζοντας πως «η Γροιλανδία και το Βασίλειο της Δανίας πρέπει να ορίσουν το μέλλον της Γροιλανδίας και κανείς άλλος». Η τοποθέτησή του αποκτά βαρύτητα ακριβώς επειδή ο ίδιος έχει επιχειρήσει να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις με τον Τραμπ: εδώ, ωστόσο, το πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των συμμαχικών κανόνων μπήκε καθαρά μπροστά.
Κολομβία: «Μου ακούγεται καλό»
Στην Κολομβία, ο Τραμπ επέλεξε μία από τις πιο επιθετικές προσωπικές επιθέσεις εναντίον εν ενεργεία ηγέτη. Περιέγραψε τον πρόεδρο Γκουστάβο Πέτρο ως «έναν άρρωστο άνθρωπο που του αρέσει να παρασκευάζει κοκαΐνη και να την πουλάει στις Ηνωμένες Πολιτείες». Όταν ρωτήθηκε αν αυτή η στάση αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής «επιχείρησης» στην Κολομβία, απάντησε: «Μου ακούγεται καλό». Ο Πέτρο αντέδρασε με εκτενή ανάρτηση, υπερασπιζόμενος τις προσπάθειες της κυβέρνησής του κατά του εμπορίου ναρκωτικών και επικαλούμενος –όπως είπε– μεγάλες κατασχέσεις κοκαΐνης. Τόνισε επίσης ότι δεν είναι «παράνομος» ούτε «ναρκομανής» και ότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο που έχει είναι το οικογενειακό του σπίτι, το οποίο πληρώνει με τον μισθό του. Παράλληλα, ανέφερε ότι έχει διατάξει στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις εναντίον ένοπλων ομάδων με δεσμούς με τα ναρκωτικά, με τήρηση του ανθρωπιστικού δικαίου.
Το μείζον στοιχείο, ωστόσο, δεν ήταν μόνο η διάψευση, αλλά η μετατόπιση στο επίπεδο της άμυνας της χώρας. Ο Κολομβιανός πρόεδρος είπε αργότερα ότι είναι έτοιμος να πολεμήσει ο ίδιος για να υπερασπιστεί την Κολομβία: «Ορκίστηκα να μην ξαναπιάσω όπλο… αλλά για την πατρίδα θα ξαναπιάσω τα όπλα». Στο επιχείρημά του εντάχθηκε και μια προειδοποίηση για τις συνέπειες μιας εξωτερικής στρατιωτικής επέμβασης: ότι μπορεί να υπάρξουν απώλειες παιδιών και ότι τέτοιες επιχειρήσεις θα ενίσχυαν, αντί να αποδυναμώσουν, τη στρατολόγηση νέων σε ένοπλα αποσχιστικά κινήματα που βρίσκονται σε σύγκρουση με το κράτος εδώ και δεκαετίες. «Και αν συλλάβουν έναν πρόεδρο που έχει την υποστήριξη και τον σεβασμό ενός μεγάλου μέρους του λαού, θα απελευθερώσουν μια λαϊκή εξέγερση», πρόσθεσε. Στο υπόβαθρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται και η πραγματικότητα στο πεδίο των ναρκωτικών: η παραγωγή κοκαΐνης στην Κολομβία έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με στοιχεία του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα. Η αναφορά αυτή λειτουργεί διπλά: από τη μία, δίνει «πάτημα» στη σκληρή αμερικανική ρητορική· από την άλλη, δείχνει πόσο σύνθετο είναι το πρόβλημα και πόσο εύκολα μια αντιπαράθεση «ασφάλειας» μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτική κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες.
Μεξικό
Το Μεξικό, σταθερά κεντρικό στον λόγο του Τραμπ από την πρώτη του θητεία, βρέθηκε ξανά στο στόχαστρο με επίκεντρο τα καρτέλ και τη διακίνηση ναρκωτικών. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι τα ναρκωτικά «ξεχειλίζουν» από το Μεξικό και ότι «πρέπει να κάνουμε κάτι», χαρακτηρίζοντας τα καρτέλ «πολύ ισχυρά» και τονίζοντας ότι «το Μεξικό πρέπει να αναλάβει δράση». Η αποκάλυψη που φόρτισε περαιτέρω το κλίμα ήρθε μέσω τηλεφωνικής συνέντευξης, όπου ο Τραμπ είπε ότι ρώτησε την πρόεδρο του Μεξικού Κλαούντια Σέινμπαουμ αν θέλει τη βοήθεια του αμερικανικού στρατού για την εξάλειψη των καρτέλ. Η Σέινμπαουμ απάντησε με μια θέση που συνδέει την εξωτερική πολιτική με τη συνταγματική αρχή της μη επέμβασης. Απέρριψε την αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του Μαδούρο, επιβεβαιώνοντας ότι το Μεξικό «απορρίπτει κατηγορηματικά» κάθε παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών.
Η ίδια μίλησε ακόμη πιο καθαρά στο επίπεδο της πολιτικής κυριαρχίας: «Η Αμερική δεν ανήκει σε κανένα δόγμα και σε καμία υπερδύναμη. Η αμερικανική ήπειρος ανήκει στους λαούς της κάθε χώρας που την συναποτελούν». Και έθεσε τον θεμελιώδη διαχωρισμό που επιδιώκει να κρατήσει το Μεξικό: «Είναι αναγκαίο να επαναλάβουμε ότι στο Μεξικό κυβερνά ο λαός και ότι είμαστε μια ελεύθερη και κυρίαρχη χώρα. Συνεργασία, ναι. Υποταγή και επέμβαση, όχι». Απαντώντας ειδικά στις κατηγορίες περί ανεπαρκούς δράσης κατά των καρτέλ, τόνισε ότι το Μεξικό συνεργάζεται με τις ΗΠΑ, μεταξύ άλλων «για ανθρωπιστικούς λόγους», ώστε να αποτραπεί η πρόσβαση –ιδίως των νέων– στο φαιντανύλιο και άλλα ναρκωτικά. Υπογράμμισε ότι δεν θέλει το φαιντανύλιο να πλησιάσει νέους ανθρώπους «ούτε στις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε στο Μεξικό ούτε οπουδήποτε αλλού», επιχειρώντας να μεταφέρει την αντιπαράθεση από τη στρατιωτική λογική στη λογική της κοινής ευθύνης και της πρόληψης.
Κούβα
Στην περίπτωση της Κούβας, η ρητορική της Ουάσινγκτον είχε δύο επίπεδα. Ο Τραμπ δήλωσε ότι στρατιωτική επέμβαση δεν είναι αναγκαία, επειδή η χώρα «είναι έτοιμη να πέσει». Κατά τον ίδιο, η Κούβα δεν έχει πλέον έσοδα, καθώς –όπως είπε– «όλα τα έσοδά τους προέρχονταν από τη Βενεζουέλα», μέσω του πετρελαίου. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, όμως, έδωσε μια διαφορετική ένταση, χαρακτηρίζοντας την κουβανική κυβέρνηση «τεράστιο πρόβλημα». Δήλωσε ότι δεν θα μιλήσει για «μελλοντικά βήματα», αλλά ξεκαθάρισε ότι δεν είναι «μυστικό» πως η αμερικανική κυβέρνηση δεν είναι «μεγάλος οπαδός του κουβανικού καθεστώτος». Το πιο δηκτικό σημείο ήταν η φράση του ότι αν ζούσε στην Αβάνα και εργαζόταν στην κυβέρνηση, «θα ανησυχούσε». Η Αβάνα απάντησε σε σκληρό τόνο. Σε συγκέντρωση μπροστά από την αμερικανική πρεσβεία, ο πρόεδρος Μιγκέλ Ντίαζ-Κανέλ υποσχέθηκε ότι δεν θα αφήσει τη συμμαχία Κούβας–Βενεζουέλας να καταρρεύσει «χωρίς μάχη». «Για τη Βενεζουέλα, και φυσικά για την Κούβα, είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε ακόμη και τη ζωή μας, αλλά με βαρύ κόστος», δήλωσε, στέλνοντας μήνυμα ότι η πίεση που ασκείται στη Βενεζουέλα μεταφράζεται, στο κουβανικό αφήγημα, σε υπαρξιακή απειλή για το ίδιο το καθεστώς.
Ιράν
Παράλληλα, ο Τραμπ επανέφερε το Ιράν στο επίκεντρο, εν μέσω αντικυβερνητικών διαδηλώσεων που βρίσκονται στη δεύτερη εβδομάδα τους. Η προειδοποίησή του είχε συγκεκριμένο «όρο»: εάν οι ιρανικές αρχές αρχίσουν να «σκοτώνουν ανθρώπους όπως έκαναν στο παρελθόν», τότε –κατά τον ίδιο– θα δεχθούν «πολύ σκληρό χτύπημα» από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Την προηγούμενη εβδομάδα είχε μάλιστα δηλώσει ότι αν το Ιράν «σκοτώσει ειρηνικούς διαδηλωτές», οι ΗΠΑ «θα έρθουν να τους σώσουν» και ότι «είναι έτοιμες για δράση». Στο πεδίο των αριθμών, ιρανική οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτίμησε ότι 16 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί μέχρι στιγμής στις διαδηλώσεις, αριθμό που –όπως αναφέρεται– το CNN δεν μπορεί να επαληθεύσει. Σε κάθε περίπτωση, η χρήση τέτοιων εκτιμήσεων εντείνει την πίεση και δημιουργεί ένα πλαίσιο όπου η Ουάσινγκτον επιχειρεί να εμφανιστεί ως «προστάτης» απέναντι σε κρατική καταστολή.
Στο παρασκήνιο υπάρχει η πιο επικίνδυνη διάσταση: το πυρηνικό πρόγραμμα και η πρόσφατη στρατιωτική κλιμάκωση. Ο Τραμπ προειδοποίησε στα τέλη του προηγούμενου μήνα το Ιράν να μην επιχειρήσει να ξαναχτίσει πυρηνικά και βαλλιστικά προγράμματα. Μετά τη συνάντησή του με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου, είπε ότι έχει ακούσει πως το Ιράν «προσπαθεί να ξαναχτίσει τα προγράμματά του» και ότι, αν το κάνει, «θα πρέπει να το καταστρέψουμε». Η απάντηση από την Τεχεράνη ήταν απόλυτη. Ο ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ δήλωσε ότι η Ισλαμική Δημοκρατία «δεν θα υποκύψει στον εχθρό» και ότι οι ταραξίες πρέπει να «τεθούν στη θέση τους». Το ρήγμα βαθαίνει ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ βομβάρδισαν αρκετές από τις βασικές πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν τον Ιούνιο, εν μέσω του 12ήμερου πολέμου του Ισραήλ εναντίον της χώρας. Η επίθεση αυτή, όπως σημειώνεται, έβαλε τέλος σε μια ήδη ασταθή διαδικασία διμερών συνομιλιών ΗΠΑ–Ιράν για τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος.
Παρά τις διαφορετικές γεωγραφίες και τα διαφορετικά πολιτικά περιβάλλοντα, τα μέτωπα που άνοιξαν μέσα σε δύο ημέρες έχουν ένα κοινό νήμα: την επαναφορά μιας λογικής όπου η ασφάλεια ταυτίζεται με τον έλεγχο σφαιρών επιρροής και όπου η στρατιωτική ισχύς παρουσιάζεται ως λύση ή ως διαρκής απειλή στο παρασκήνιο. Στη Λατινική Αμερική, η σύλληψη του Μαδούρο λειτουργεί ως σημείο αναφοράς που τρομάζει κυβερνήσεις: όχι μόνο για το τι έγινε στη Βενεζουέλα, αλλά για το τι μπορεί να θεωρηθεί «επιτρεπτό» αύριο. Στην Ευρώπη, η υπόθεση της Γροιλανδίας μετατοπίζει την ένταση στον πυρήνα των νατοϊκών ισορροπιών, καθώς αφορά έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ και αγγίζει ευθέως την έννοια της κυριαρχίας συμμάχου.
Οι αντιδράσεις που καταγράφηκαν δείχνουν ότι η γραμμή «κυριαρχία και διεθνές δίκαιο» παραμένει, για πολλές κυβερνήσεις, το πρώτο αμυντικό ανάχωμα απέναντι σε πιέσεις. Η Κολομβία απάντησε με δραματική γλώσσα εθνικής άμυνας. Το Μεξικό ύψωσε θεσμικό τείχος, επικαλούμενο ρητά τη μη επέμβαση. Η Κούβα έβαλε στο τραπέζι την επιλογή της «μάχης» και της αντοχής. Το Ιράν συνδύασε την καταστολή στο εσωτερικό με την αδιαλλαξία προς τον «εχθρό». Και η Δανία, μαζί με ευρωπαϊκές φωνές, έστειλε το μήνυμα ότι η Γροιλανδία δεν είναι προς παραχώρηση και ότι η ασφάλεια στον Αρκτικό Κύκλο δεν μπορεί να μετατραπεί σε πρόσχημα προσάρτησης. Πρόκειται για μια στρατηγική «μέγιστης πίεσης» που στοχεύει σε παραχωρήσεις μέσω φόβου και μηνυμάτων ισχύος ή για ένα προοίμιο ενεργειών που θα αλλάξουν πραγματικά τους κανόνες του παιχνιδιού; Η απάντηση δεν θα δοθεί μόνο από το τι θα κάνει η Ουάσινγκτον, αλλά και από το πόσο συνεκτικά θα αντιδράσουν οι χώρες που βρίσκονται στο στόχαστρο, αλλά και οι σύμμαχοι που βλέπουν ότι οι γραμμές ανάμεσα στον σύμμαχο και στον «απαιτητικό ηγεμόνα» γίνονται ολοένα και πιο θολές.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0