Ιράν – Τραμπ: Ο Αλί Χαμενεΐ σπάει τη σιωπή του και στέλνει μήνυμα στις ΗΠΑ
Το Ιράν μπήκε ξανά σε μια από εκείνες τις στιγμές όπου η πολιτική ιστορία επιταχύνεται: οι δρόμοι γεμίζουν, οι λέξεις γίνονται συνθήματα, η οικονομία παγώνει, οι μηχανισμοί ασφαλείας ανεβάζουν στροφές — και, σχεδόν πάντοτε, το κράτος τραβάει την πρίζα της επικοινωνίας. Η σχεδόν καθολική διακοπή πρόσβασης στο διαδίκτυο, που καταγράφηκε την Πέμπτη από διεθνείς βάσεις δεδομένων συνδεσιμότητας και ομάδες παρακολούθησης, ήρθε ως πολιτικό «σήμα»: όταν οι διαμαρτυρίες αποκτούν κρίσιμη μάζα, η πρώτη μάχη δίνεται στο πεδίο της πληροφορίας. Οι κινητοποιήσεις, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων και εικόνες που κυκλοφόρησαν, δεν περιορίστηκαν στην Τεχεράνη. Εμφανίστηκαν σε πόλεις όπως η Μασχάντ, το Μπουσέρ, η Σιράζ, το Ισφαχάν και άλλες αστικές ζώνες, ενώ στην πρωτεύουσα το φαινόμενο πήρε χαρακτήρα «γεωγραφικής επέκτασης»: συνοικίες που ως τώρα έμεναν στο περιθώριο φάνηκαν να μπαίνουν στο κάδρο. Το πολιτικό μήνυμα των συγκεντρώσεων, όπως αποτυπώνεται στα συνθήματα, μοιάζει να ξεπερνά επιμέρους αιτήματα και να «στοχεύει στο καθεστώς» ως σύστημα εξουσίας.
Η διακοπή στο διαδίκτυο δεν είναι τεχνικό συμβάν. Στην ιρανική εμπειρία, λειτουργεί ως μηχανισμός καταστολής: περιορίζει τον συντονισμό, δυσκολεύει τη διάχυση εικόνων, αποκόπτει τη χώρα από τη διεθνή δημοσιότητα και καθιστά πιο δύσκολη την επαλήθευση όσων συμβαίνουν στο πεδίο. Όταν η χώρα «σβήνει», οι διαδηλωτές μένουν μόνοι, οι οικογένειες δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν, οι δημοσιογράφοι και οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων χάνουν χρόνο και πρόσβαση. Στην παρούσα συγκυρία, η χρονική σύμπτωση ήταν αποκαλυπτική: μία ημέρα πριν από το μπλακάουτ, κορυφαίοι θεσμικοί παράγοντες της Δικαιοσύνης και των υπηρεσιών ασφαλείας φέρονται να προειδοποίησαν για «σκληρά μέτρα» απέναντι σε όσους διαδηλώνουν. Το κράτος έδειχνε να προετοιμάζει το έδαφος όχι μόνο επιχειρησιακά, αλλά και επικοινωνιακά — με το διαδίκτυο να αποτελεί, όπως πάντα, το πρώτο θύμα.
BREAKING:
Just now in Iran’s capital, Tehran, in Tehransar area, pro–Reza-Shah-Pahlavi youth have taken to the streets, claiming public spaces, chanting “Death to Khamenei” & “Death to the Dictator.”
This is the historic rise of the Iranian nation. They deserve your support. pic.twitter.com/WxPK4pEmxi
— Shayan X (@ShayanX0) January 7, 2026
Η εικόνα στους δρόμους
Οι πρώτες ώρες της βραδιάς περιγράφηκαν ως κυρίως ειρηνικές. Ωστόσο, όσο προχωρούσε η νύχτα, καταγράφηκαν επεισόδια στην Τεχεράνη, με φωτιές σε δρόμους, εμπρησμούς οχημάτων και ζημιές σε κτίρια ή αντικείμενα του δημόσιου χώρου. Σε βίντεο που αναφέρεται ότι επαληθεύτηκε από διεθνές μέσο, φαίνονται χιλιάδες συγκεντρωμένοι σε κεντρικό σημείο της πρωτεύουσας, με εστίες φωτιάς να καίνε στην περιοχή. Σε προάστιο δυτικά της Τεχεράνης, καταγράφηκαν σκηνές πανικού ύστερα από πυροβολισμούς. Το κρίσιμο —και πολιτικά καθοριστικό— στοιχείο είναι ότι, μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η γραμμή ανάμεσα στην «αστυνομική διαχείριση» και στην «πολιτική καταστολή» γίνεται λεπτή, ενώ η απουσία διαδικτύου ενισχύει το σκοτεινό πεδίο: ποιος πυροβόλησε, πότε, με τι ένταση, με ποιο κόστος.
Οι φωνές στους δρόμους δεν φάνηκαν μονοσήμαντες. Από τη μία, ακούστηκαν συνθήματα κατά του ανώτατου ηγέτη, με εμφανές αντικαθεστωτικό φορτίο. Από την άλλη, καταγράφηκαν και συνθήματα που παραπέμπουν σε φιλομοναρχικές αναφορές («Ζήτω ο Σάχης»), αλλά και πιο «συμφιλιωτικές» ή ευρύτερες κραυγές για ελευθερία. Σε ορισμένες μαρτυρίες, το πλήθος εμφανίζεται να ενώνει διαφορετικές πολιτικές προελεύσεις σε μια κοινή απαίτηση: να τελειώσει το ισλαμικό καθεστώς όπως το γνωρίζουν. Αυτό το μίγμα είναι από μόνο του ένδειξη μιας κοινωνίας που βράζει. Δεν είναι απαραίτητα ιδεολογική ενότητα, είναι ενότητα στόχου. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η πολιτική δυσκολία για το καθεστώς: όταν η διαμαρτυρία δεν έχει έναν μόνο «ηγέτη» ή μια μόνο «συγκεκριμένη πλατφόρμα», είναι πιο δύσκολο να αποκεφαλιστεί.
Απέναντι στη διεύρυνση των κινητοποιήσεων, θεσμικές φωνές της ιρανικής πολιτικής τάξης κινήθηκαν στη γνώριμη γραμμή: απόδοση ευθύνης σε εξωτερικούς εχθρούς, στοχοποίηση του Ισραήλ, και περιγραφή των γεγονότων ως «σχεδίου αποσταθεροποίησης». Είναι η κλασική άμυνα ενός συστήματος που θέλει να μετατρέψει το πολιτικό αίτημα σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Με αυτό τον τρόπο, η εσωτερική σύγκρουση βαφτίζεται «υβριδική επίθεση» και η καταστολή παρουσιάζεται ως «άμυνα της πατρίδας». Παράλληλα, υπήρξαν αναφορές —από πηγές που μίλησαν ανώνυμα— ότι εντός του κρατικού μηχανισμού επικρατεί αμηχανία για το πώς θα «φρενάρει η χιονοστιβάδα», με το ενδεχόμενο εμπλοκής των Φρουρών της Επανάστασης να αιωρείται ως η πιο βαριά επιλογή: μια μετάβαση από την αστυνομική διαχείριση στην πιο στρατιωτικοποιημένη λογική εσωτερικής ασφάλειας.
Η αθέατη πλευρά της κρίσης
Ο ανθρώπινος απολογισμός, σε τέτοιες συνθήκες, είναι πάντα η πιο ευαίσθητη παράμετρος. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταγράφουν νεκρούς διαδηλωτές — με τις εκτιμήσεις να διαφέρουν — και αναφέρονται συλλήψεις, ανάμεσά τους και δημόσια πρόσωπα της διαδικτυακής σφαίρας. Το μήνυμα προς την κοινωνία είναι διπλό: «μην κατεβαίνετε στους δρόμους» και «μην μιλάτε γι’ αυτό». Η σύλληψη ενός influencer ή ενός podcaster, πέρα από το συγκεκριμένο πρόσωπο, λειτουργεί ως προειδοποίηση προς το ψηφιακό πλήθος: ακόμη κι αν το διαδίκτυο επανέλθει, η επιτήρηση θα είναι εδώ. Πίσω από το πολιτικό δράμα, υπάρχει ένα υπόστρωμα που συχνά εξηγεί το μέγεθος της φωτιάς: οικονομική ασφυξία, υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, ανασφάλεια, κατάρρευση προοπτικής. Μαρτυρίες ανθρώπων από διαφορετικούς κλάδους —μόδα, εμπόριο, υπηρεσίες, αγορά χρυσού— περιγράφουν ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται: ακυρώσεις συνεργασιών, αδυναμία διάθεσης προϊόντων, αποθέματα που χάνουν αξία, πρώτες ύλες που ακριβαίνουν, κεφάλαια που «εξατμίζονται» με κάθε νέα διολίσθηση του ριάλ.
Σε μια χώρα όπου το εμπόριο των παραδοσιακών παζαριών είναι ιστορικά κομβικό, το κλείσιμο καταστημάτων και οι απεργίες έχουν ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι απλώς οικονομική διαμαρτυρία. Είναι η ένδειξη ότι κοινωνικές ομάδες με ισχυρή παρουσία στο σώμα της χώρας παύουν να λειτουργούν ως «αμορτισέρ σταθερότητας». Μια παρατεταμένη ακινησία στις αγορές δεν είναι μόνο πλήγμα στο εισόδημα: μπορεί να γίνει πολιτικός επιταχυντής.
Οι αφηγήσεις ανθρώπων που νιώθουν ότι δεν μπορούν να χτίσουν ζωή —ούτε κατοικία, ούτε σταθερότητα, ούτε επαγγελματική εξέλιξη— συγκροτούν το ψυχολογικό πορτρέτο μιας γενιάς σε αδιέξοδο. Κάποιοι βλέπουν τη μετανάστευση ως την τελευταία ρεαλιστική λύση. Άλλοι εκφράζουν την πεποίθηση ότι «η χώρα έχει αποτύχει» και ακόμη κι αν υπάρξει αλλαγή, θα χρειαστούν δεκαετίες. Υπάρχουν και πιο αντιφατικές προσδοκίες: όσοι περιμένουν άμεση κατάρρευση, όσοι φοβούνται το κενό εξουσίας, όσοι θεωρούν επικίνδυνη μια απότομη κατάρρευση κρατικών δομών. Αυτό που ενώνει τις μαρτυρίες είναι η αίσθηση ενός κοινωνικού «παγώματος». Η πολιτική σύγκρουση γίνεται καθημερινή ατμόσφαιρα. Η οικονομία γίνεται στατικό τοπίο. Η ελπίδα συρρικνώνεται. Και όταν η ελπίδα συρρικνώνεται, οι δρόμοι γεμίζουν πιο εύκολα.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ηγεσία επιχειρεί να μεταφέρει μέρος της σύγκρουσης στο εξωτερικό πεδίο. Η δημόσια επίθεση του ανώτατου ηγέτη προς τον Ντόναλντ Τραμπ —με αναφορές σε «λερωμένα χέρια» και στο πρόσφατο πολεμικό επεισόδιο του Ιουνίου με το Ισραήλ— δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ. Είναι μήνυμα προς το εσωτερικό ακροατήριο: «υπάρχει εχθρός, υπάρχει σχέδιο, υπάρχει πολιορκία». Και μέσα στην πολιορκία, οι διαδηλωτές μπορούν να βαφτιστούν «σαμποτέρ» ή «βάνδαλοι». Το πρόβλημα είναι ότι όσο πιο έντονα χρησιμοποιείται αυτό το σχήμα, τόσο πιο πολύ αποτυπώνει τον φόβο του καθεστώτος ότι η κρίση δεν είναι ένα απλό κύμα διαμαρτυρίας, αλλά κάτι που αγγίζει τον πυρήνα της νομιμοποίησης.
Καταστολή ή πολιτική διέξοδος;
Το Ιράν έχει ξαναζήσει μεγάλες εξεγέρσεις και κύματα διαδηλώσεων. Η διαφορά, όπως την περιγράφουν πολλοί μέσα στη χώρα, είναι η αίσθηση ότι «αυτή τη φορά» έχουν εξαντληθεί οι δικαιολογίες: η οικονομική επιβίωση γίνεται δυσκολότερη, η κοινωνική κόπωση βαθαίνει, οι προσδοκίες για μεταρρύθμιση ακούγονται σε κάποιους σαν ανέκδοτο. Όσο οι αρχές κλιμακώνουν τις απειλές «κανείς δεν θα γλιτώσει», τόσο το πολιτικό κόστος της βίας ανεβαίνει — τόσο στο εσωτερικό όσο και στη διεθνή εικόνα. Και εδώ μπαίνει το πιο δύσκολο ερώτημα: μπορεί να υπάρξει «έλεγχος» χωρίς πολιτική λύση; Μπορεί να κλείσει το διαδίκτυο, να γεμίσουν οι δρόμοι δυνάμεις ασφαλείας, να γίνουν συλλήψεις, να ανοίξουν δικογραφίες, να πέσουν δακρυγόνα — αλλά αν οι κοινωνικές αιτίες (οικονομική ασφυξία, απουσία προοπτικής, εξουσιαστική κλειστότητα) παραμένουν, η ένταση επανέρχεται.
Iran’s Khamenei:
Our nation does not tolerate mercenarism for foreigners.
Whoever you may be, once you become a mercenary for a foreigner, once you work for a foreigner, the nation considers you rejected.
As for that fellow (Trump) who sits there with arrogance and pride,… pic.twitter.com/rAddknBwOH
— Clash Report (@clashreport) January 9, 2026
Το μπλακάουτ του διαδικτύου είναι, τελικά, η πιο συμπυκνωμένη εικόνα της στιγμής: ένα κράτος που «κλειδώνει» την επικοινωνία, προσπαθώντας να ελέγξει το πεδίο. Και μια κοινωνία που «ανοίγει» τις ρωγμές της, μετατρέποντας την οικονομική απελπισία, τη συσσωρευμένη οργή και την πολιτική κόπωση σε συλλογική έκφραση. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν οι διαδηλώσεις θα συνεχιστούν. Είναι αν το Ιράν μπαίνει σε έναν νέο κύκλο, όπου η σύγκρουση δεν θα αφορά μια επιμέρους κρίση, αλλά τη συνολική αρχιτεκτονική εξουσίας. Και όταν το ερώτημα γίνεται τόσο μεγάλο, το διαδίκτυο δεν κόβεται απλώς για λόγους «ασφάλειας». Κόβεται γιατί η εξουσία φοβάται την ίδια τη δημόσια σφαίρα.
Tehran, tonight. pic.twitter.com/3Bxdnlmwb8
— Clash Report (@clashreport) January 8, 2026
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0