Ίμια, 30 χρόνια: Η σκιά που δεν έφυγε ποτέ

Ιαν 31, 2026 - 10:10
 0
Ίμια, 30 χρόνια: Η σκιά που δεν έφυγε ποτέ

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός τόπου που μοιάζουν να κρατούν τον χρόνο ακίνητο. Όχι επειδή προσφέρουν έναν εύκολο μύθο, αλλά επειδή αφήνουν πίσω τους ένα διπλό αποτύπωμα: το ορατό –τα γεγονότα, τις αποφάσεις, τις κινήσεις στο πεδίο– και το αόρατο –το τραύμα, τις μνήμες, τη διαρκή αίσθηση ότι κάτι τότε άλλαξε στη γλώσσα με την οποία μιλάμε για την κυριαρχία, την αποτροπή, την εθνική αυτοπεποίθηση. Η κρίση των Ιμίων είναι ακριβώς αυτό. Ένα επεισόδιο λίγων ημερών που, τριάντα χρόνια μετά, εξακολουθεί να λειτουργεί σαν σημείο αναφοράς για το πώς η Ελλάδα αντιλαμβάνεται το Αιγαίο, την Τουρκία, αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό – τη σχέση πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, την αξία της ψυχραιμίας, την ισχύ των συμβόλων, το κόστος της παραμικρής αστοχίας.

Η επέτειος δεν είναι απλώς ημερομηνία. Είναι μνήμη. Και η μνήμη στα Ίμια έχει ονόματα: Χριστόδουλος Καραθανάσης, Παναγιώτης Βλαχάκος, Έκτορας Γιαλοψός. Τρία στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού που χάθηκαν τη νύχτα της κορύφωσης, όταν το ελικόπτερο στο οποίο επέβαιναν κατέπεσε στη θάλασσα, σε μια αποστολή αναγνώρισης που είχε ήδη μετατρέψει τις βραχονησίδες σε κόμβο μιας ευρύτερης αναμέτρησης. Σύμφωνα με την επίσημη θέση του ελληνικού κράτους, η πτώση αποδόθηκε σε κακοκαιρία και απώλεια προσανατολισμού. Από εκείνο το σημείο και μετά, τίποτα δεν συζητήθηκε με τον ίδιο τρόπο. Γιατί αν στα χαρτιά τα Ίμια είναι γεωγραφία, στη συλλογική συνείδηση είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο: είναι η στιγμή που η κυριαρχία έγινε πρωτοσέλιδο, που το σύμβολο –μια σημαία– έγινε μηχανισμός κλιμάκωσης, που η διπλωματία και η αποτροπή βρέθηκαν να ζυγίζουν την ίδια νύχτα, υπό το βλέμμα συμμάχων, καμερών, εσωτερικών πιέσεων και μιας κοινής γνώμης που άλλαζε διάθεση μέσα σε ώρες.

Από μια προσάραξη σε μια κρίση κυριαρχίας

Το νήμα, όπως καταγράφεται στο υλικό που παραθέτεις, ξεκινά ανήμερα Χριστουγέννων του 1995. Το τουρκικό φορτηγό πλοίο Figen Akat προσαράζει κοντά στις βραχονησίδες. Το περιστατικό, που θα μπορούσε να παραμείνει τεχνικό και διαχειρίσιμο, αποκτά αμέσως πολιτική και νομική διάσταση: ο πλοίαρχος φέρεται να μην αποδέχεται βοήθεια από τις ελληνικές αρχές, υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται σε τουρκική περιοχή. Σύντομα, η διάσωση παύει να είναι διάσωση. Γίνεται μήνυμα. Εκείνες τις μέρες, η «λεπτομέρεια» δεν είναι η ίδια η προσάραξη, αλλά η έμφαση στην κυριότητα, στη δικαιοδοσία, στο ποιος έχει τον πρώτο λόγο. Όταν το γεγονός μετατρέπεται σε διπλωματική αλληλογραφία και σε ρηματικές διακοινώσεις, η κρίση παύει να αφορά ένα πλοίο. Αφορά τη ρητορική αμφισβήτησης, το πώς ένα σημείο στο χάρτη μπορεί να γίνει κερκόπορτα για μια μεγαλύτερη διεκδίκηση. Έτσι, σταδιακά, το ζήτημα μετατοπίζεται από το «τι συνέβη» στο «τι σημαίνει» και, τελικά, στο «τι θα επιτρέψουμε να σημαίνει».

Στις τελευταίες ημέρες του Ιανουαρίου 1996, το κλίμα φορτίζεται δραματικά. Η «μάχη της σημαίας» –όπως την περιγράφεις– γίνεται ορατή από όλους και, ταυτόχρονα, δύσκολα αναστρέψιμη. Όταν ο τότε δήμαρχος Καλύμνου Δημήτρης Διακομιχάλης υψώνει την ελληνική σημαία στη Μικρή Ίμια, η πράξη δεν λειτουργεί μόνο ως συμβολική δήλωση. Λειτουργεί ως μεταφορά ενός εθνικού αισθήματος πάνω σε βράχο που, έως τότε, θα μπορούσε να περνά απαρατήρητος στους περισσότερους. Η απάντηση, με την εμπλοκή δημοσιογράφων της Hürriyet που υποστέλλουν την ελληνική και υψώνουν τουρκική, μετατρέπει το σύμβολο σε σκηνή. Και η σκηνή, στη γεωπολιτική, είναι συχνά προοίμιο πραγματικής σύγκρουσης. Από εκεί και πέρα, οι κινήσεις στο πεδίο πολλαπλασιάζονται. Πλοία, περιπολικά, δυνάμεις. Οι αποφάσεις αποκτούν άλλη πυκνότητα, γιατί κάθε επιλογή έχει διπλό αποδέκτη: τον αντίπαλο και το εσωτερικό ακροατήριο. Η ένταση παύει να μετριέται μόνο σε ναυτικά μίλια. Μετριέται σε τηλεοπτικά δελτία, σε δηλώσεις, σε διαρροές, σε τίτλους, σε πολιτικές ισορροπίες.

Η κορύφωση: Η νύχτα της 31ης Ιανουαρίου

Το ημερολόγιο γράφει 31 Ιανουαρίου 1996. Η κρίση έχει ήδη χτίσει το «σκηνικό» της: κινητοποίηση, πληροφορίες, φήμες, επιφυλακή, διαδοχικές εντολές. Στο πολιτικό κέντρο, οι αποφάσεις λαμβάνονται υπό πίεση χρόνου. Στο στρατιωτικό πεδίο, οι κανόνες εμπλοκής είναι η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αποτροπή και στην πυροδότηση. Σε εκείνες τις ώρες, τίποτα δεν είναι αφηρημένο: κάθε μήνυμα, κάθε κίνηση, κάθε καθυστέρηση μπορεί να αλλάξει την αλληλουχία των γεγονότων. Το υλικό που παρέθεσες επιμένει σε ένα σημείο ιδιαίτερης σημασίας: στη διάσταση ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, στην απουσία απόλυτης συναντίληψης την ώρα που απαιτούνταν κοινή γλώσσα. Αυτό δεν είναι απλή ιστορική παρατήρηση. Είναι μάθημα. Διότι σε κρίσεις κυριαρχίας δεν αρκεί να έχεις σχέδια· πρέπει να έχεις και ενιαίο μηχανισμό που να μετατρέπει την πληροφορία σε απόφαση, την απόφαση σε εντολή και την εντολή σε συνεκτική εφαρμογή.

Σε αυτό το πλαίσιο δίνεται –σύμφωνα με όσα περιγράφονται– η εντολή απονήωσης του ελικοπτέρου από τη φρεγάτα «Ναυαρίνο», για να διαπιστωθεί παρουσία τουρκικών δυνάμεων στη βραχονησίδα. Οι χειριστές αναφέρουν ότι βλέπουν περίπου δέκα άτομα. Κατόπιν λαμβάνουν εντολή επιστροφής. Και τότε έρχεται η στιγμή που έμελλε να σφραγίσει για πάντα την κρίση: το ελικόπτερο χάνεται από τα ραντάρ και καταπέφτει στη θάλασσα. Τρία στελέχη χάνονται. Και η κρίση αποκτά, από εκείνη την ώρα, το πιο βαρύ της τίμημα. Η απώλεια αυτή ένωσε στην ίδια φράση δύο έννοιες που, σε τέτοιες στιγμές, δεν πρέπει ποτέ να αποσυνδέονται: την πατρίδα και την ευθύνη. Πατρίδα χωρίς ευθύνη γίνεται ρητορεία. Ευθύνη χωρίς πατρίδα γίνεται τεχνοκρατία. Εκείνη η νύχτα μας υπενθύμισε ότι ο πατριωτισμός δεν είναι σύνθημα. Είναι καθήκον που απαιτεί σοβαρότητα, επαγγελματισμό, σχέδιο, ψυχραιμία – και πάνω απ’ όλα σεβασμό σε αυτούς που σηκώνουν το βάρος στο πεδίο.

Το υλικό αναφέρει ως κεντρικό μοτίβο αποκλιμάκωσης το “No ships, no troops, no flags” – μια φόρμουλα που συμπύκνωσε την αμερικανική μεσολάβηση και οδήγησε στην αποχώρηση δυνάμεων και στην αποκατάσταση ενός εύθραυστου status quo. Σε εκείνο το σημείο, η διαχείριση δεν είναι μόνο διπλωματία. Είναι και ψυχολογία. Γιατί μια κοινωνία που έχει «ανέβει» στο ύψος της εθνικής έντασης, δύσκολα κατεβαίνει ανώδυνα στο επίπεδο της αποκλιμάκωσης. Το πέρασμα από την αποφασιστικότητα στη βαριά σιωπή μπορεί να γίνει μέσα σε λίγα λεπτά. Κι αυτό, όπως προκύπτει από το κείμενο, λειτούργησε σαν συλλογικό σοκ. Η ιστορία, όμως, δεν τελειώνει στο “όλοι πίσω”. Για ένα μεγάλο κομμάτι της δημόσιας συζήτησης, η κρίση των Ιμίων έγινε αφετηρία ενός διαρκούς φόβου: ότι κάθε αμφισβήτηση μπορεί να επανέλθει, ότι το επεισόδιο δημιούργησε προηγούμενο, ότι το Αιγαίο απέκτησε «γκρίζες» συζητήσεις εκεί που δεν υπήρχαν. Αυτή η συζήτηση επιμένει μέχρι σήμερα, άλλοτε ως επιχείρημα για σκληρότερη αποτροπή, άλλοτε ως επιχείρημα για πιο συστηματική διπλωματική θωράκιση, άλλοτε –και εδώ χρειάζεται προσοχή και ψυχραιμία– ως πεδίο όπου η πολιτική αντιπαράθεση επιχειρεί να χτίσει εύκολες καταδίκες. Το εθνικό συμφέρον, όμως, δεν αντέχει την ευκολία. Η ιστορική μνήμη απαιτεί αλήθεια, σύνθετη ανάγνωση και, κυρίως, ενότητα. Όχι ομοφωνία. Ενότητα. Διότι χωρίς αυτήν, η αποτροπή αποδυναμώνεται: η άλλη πλευρά διαβάζει τις ρωγμές πριν από τα πλοία.

Το «δεύτερο επεισόδιο» και η δύναμη της μαρτυρίας

Μέσα στο υλικό υπάρχει και μια ξεχωριστή αφήγηση: η μαρτυρία του Κωνσταντίνος Χατζηδάκης για το περιστατικό της 17ης Απριλίου 1996. Εκεί περιγράφεται μια νέα ένταση, με αφορμή ανάρτηση ελληνικής σημαίας και στεφάνου στο σημείο, που –όπως αφηγείται– κινητοποίησε τουρκικές δυνάμεις και δημιούργησε ξανά συνθήκες επικίνδυνης κλιμάκωσης. Η αφήγηση είναι φορτισμένη, προσωπική, με έντονα πολιτικά συμπεράσματα και βαριές αξιολογήσεις. Σε ένα αφιέρωμα με σεβασμό, η μαρτυρία αυτή έχει θέση όχι ως «τελική ετυμηγορία», αλλά ως κομμάτι του τρόπου με τον οποίο το γεγονός έζησε μέσα σε ανθρώπους που βρέθηκαν κοντά στο πεδίο. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο αποφάσεις υπουργικών γραφείων. Είναι και εμπειρίες ανθρώπων που ένιωσαν το βάρος της στιγμής. Όταν αυτές οι εμπειρίες μπαίνουν στον δημόσιο λόγο, θέλουν προσοχή: να μην γίνουν καύσιμο διχασμού, αλλά υλικό κατανόησης.

Στη συμπλήρωση τριάντα χρόνων, η πολιτεία επιστρέφει στη μνήμη με τρόπο που φέρει σαφή πολιτικό αποτύπωμα. Η δήλωση του Κυριάκος Μητσοτάκης –όπως την παραθέτεις– συνδέει την τιμή προς τους πεσόντες με τρεις άξονες: την ενίσχυση της άμυνας, την πυκνότερη ύφανση στρατηγικών συμμαχιών και την ενότητα της κοινωνίας μέσα από την οικονομική πρόοδο. Παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι στο Αιγαίο δεν υπάρχουν «γκρίζες ζώνες», αλλά κυριαρχία και εθνικά δικαιώματα που δεν τίθενται σε διαπραγμάτευση. Σε επίπεδο πολιτικής ανάγνωσης, αυτό είναι κρίσιμο: η μνήμη των Ιμίων δεν μπορεί να είναι μνήμη φόβου. Πρέπει να είναι μνήμη εγρήγορσης. Το δίδαγμα δεν είναι «να ξαναζήσουμε τη νύχτα». Το δίδαγμα είναι να μην φτάσουμε ποτέ ξανά στο σημείο όπου μια αλληλουχία μικρών κινήσεων, συμβολισμών, καθυστερήσεων ή αστοχιών μπορεί να ακουμπήσει το κατώφλι της ένοπλης σύγκρουσης.

Τι μας δίδαξαν τα Ίμια

Το πατριωτικό βλέμμα δεν είναι φωνακλάδικο. Είναι απαιτητικό. Και τα Ίμια, τριάντα χρόνια μετά, αφήνουν ορισμένες αλήθειες που δεν βολεύουν κανέναν, άρα αξίζει να λέγονται. Πρώτον, τα σύμβολα στο Αιγαίο δεν είναι «λεπτομέρειες». Μια σημαία μπορεί να γίνει κλιμάκωση, ακριβώς επειδή συμπυκνώνει την έννοια της κυριαρχίας. Όποιος αντιμετωπίζει τα σύμβολα ως επικοινωνιακή ευκολία, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί μπροστά στο κόστος. Δεύτερον, η αποτροπή δεν είναι μόνο υλικό ισχύος. Είναι και διαδικαστική ισχύς: ενιαίος μηχανισμός, καθαρή αλυσίδα εντολής, κοινή γλώσσα ανάμεσα σε πολιτική ηγεσία και επιτελεία. Η κρίση, όπως αποτυπώνεται στο χρονικό που παρέθεσες, έκανε ορατές τις ρωγμές που μπορεί να προκύψουν όταν αυτές οι προϋποθέσεις δεν λειτουργούν άψογα. Τρίτον, η διπλωματία σε κρίσεις είναι αναπόφευκτο εργαλείο. Η διεθνής μεσολάβηση, όσο κι αν αφήνει πικρίες στην κοινή γνώμη, είναι μέρος του πραγματικού κόσμου. Η εθνική στρατηγική δεν χτίζεται με τη φαντασίωση ότι «δεν υπάρχουν τρίτοι», αλλά με την ικανότητα να χρησιμοποιείς συμμαχίες και διεθνή πλαίσια προς όφελός σου, χωρίς να θολώνεις τις κόκκινες γραμμές. Τέταρτον, και πιο ανθρώπινο: η Ελλάδα οφείλει να θυμάται τα Ίμια πρωτίστως ως μνημόσυνο ευθύνης. Η τιμή στους τρεις πεσόντες δεν είναι τελετουργία. Είναι υπόσχεση ότι η πολιτεία θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να μην επαναληφθεί ποτέ η ανάγκη να πληρώνουν οι άνθρωποι του πεδίου τα λάθη, τις ασάφειες ή τις αδυναμίες των μηχανισμών.

Τα Ίμια δεν είναι απλώς ένα «τότε». Είναι μια υπενθύμιση για το «τώρα». Όσο το Αιγαίο παραμένει πεδίο ανταγωνισμού, όσο η Τουρκία διατηρεί αναθεωρητική ρητορική και πρακτικές πίεσης, όσο οι ισορροπίες στην περιοχή αλλάζουν, η Ελλάδα χρειάζεται τρία πράγματα που δεν αντικαθίστανται από κανένα σύνθημα: ισχυρή αποτροπή, καθαρή στρατηγική, εθνική συνοχή. Τριάντα χρόνια μετά, η πιο πατριωτική στάση δεν είναι να αναπαράγουμε οργή. Είναι να επιμένουμε σε μια Ελλάδα σοβαρή, έτοιμη, ψύχραιμη και ακέραιη. Μια Ελλάδα που τιμά τους νεκρούς της όχι μόνο με λόγια, αλλά με πράξεις που θωρακίζουν την κυριαρχία, δυναμώνουν τις συμμαχίες, καλλιεργούν εμπιστοσύνη στους θεσμούς και κρατούν την κοινωνία ενωμένη. Γιατί, στο τέλος, αυτό ήταν πάντα το πραγματικό στοίχημα του Αιγαίου: να μείνει γαλάζιο – όχι επειδή το λέμε, αλλά επειδή μπορούμε να το υπερασπιστούμε με ευθύνη, αυτοσυγκράτηση και εθνική αξιοπρέπεια.

Ποια είναι η αντίδρασή σας;

Μου αρέσει Μου αρέσει 0
Μη Αγαπημένο Μη Αγαπημένο 0
Αγάπη Αγάπη 0
Αστείο Αστείο 0
Θυμωμένος Θυμωμένος 0
Λυπημένος Λυπημένος 0
Ουάου Ουάου 0