Φωτογραφίες Καισαριανής: Αυθεντικές, αποφαίνονται δύο καθηγητές Ιστορίας

Φεβ 16, 2026 - 13:50
 0
Φωτογραφίες Καισαριανής: Αυθεντικές, αποφαίνονται δύο καθηγητές Ιστορίας

Η υπόθεση των φωτογραφιών που φέρονται να αποτυπώνουν τους 200 εκτελεσθέντες της Πρωτομαγιάς 1944 στο Σκοπευτήριο Καισαριανής περνά πλέον σε ένα νέο στάδιο, εκείνο της επιστημονικής επιβεβαίωσης. Μετά τη διακοπή της δημοπρασίας από τον Βέλγο συλλέκτη της Crain’s Militaria, που είχε αναρτήσει το υλικό στην πλατφόρμα του eBay, και εν μέσω πολιτικών παρεμβάσεων για την απόκτησή τους από το ελληνικό κράτος, δύο πανεπιστημιακοί ιστορικοί τοποθετούνται δημόσια, εκτιμώντας ότι οι εικόνες φαίνεται να είναι γνήσιες. Το Newsbomb συνομίλησε με τον αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Στράτος Δορδανάς και τον διδάσκοντα στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημόσια Ιστορία» του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου Ραϋμόνδος Αλβανός, ζητώντας την επιστημονική τους αποτίμηση για το υλικό και τη σημασία του.

Ο Στράτος Δορδανάς υπογραμμίζει ότι η φωτογραφία αποτελεί καθοριστικό εργαλείο στα χέρια του ιστορικού. Όπως σημειώνει, δεν υπάρχει μία τυποποιημένη «διαδικασία ταυτοποίησης προσώπων», ωστόσο το ίδιο το ντοκουμέντο λειτουργεί ως αδιάψευστο τεκμήριο, το οποίο επιτρέπει στον ερευνητή να χρονολογήσει γεγονότα, να αναγνωρίσει χώρους, να αποδώσει υπόσταση στα πρόσωπα που απεικονίζονται και να προχωρήσει σε επιτόπια έρευνα. Στην περίπτωση της Καισαριανής, ο χώρος του Σκοπευτηρίου είναι αναγνωρίσιμος, ενώ λεπτομέρειες όπως ο οπλισμός των Γερμανών στρατιωτών, οι στολές και η τοπογραφία του εδάφους παραπέμπουν ευθέως στο συγκεκριμένο σημείο. Ο ίδιος εκτιμά ότι «οι φωτογραφίες φαίνεται πως είναι γνήσιες», επισημαίνοντας ότι προσθέτουν μια οπτική μαρτυρία σε ένα γεγονός το οποίο μέχρι σήμερα ήταν γνωστό κυρίως μέσα από γραπτές πηγές και προφορικές μαρτυρίες. Παράλληλα, εξηγεί ότι η ανάδυση τέτοιου υλικού δεν είναι τυχαία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, ιδιαίτερα μετά την επανένωση της Γερμανίας, άνοιξαν μπαούλα, καθαρίστηκαν πατάρια και ήρθαν στο φως φωτογραφικά άλμπουμ που βρίσκονταν στην κατοχή απογόνων Γερμανών στρατιωτικών. Ένα μέρος κατέληξε σε αρχεία, άλλο μέρος πωλήθηκε σε παζάρια ή μέσω διαδικτυακών πλατφορμών. Στην προκειμένη περίπτωση, το υλικό εντοπίστηκε σε δημοπρασία στο eBay, γεγονός που δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μέρος μιας ευρύτερης διαδρομής ιστορικών τεκμηρίων από ιδιωτικές συλλογές στη δημόσια σφαίρα.

Ο κ. Δορδανάς επιμένει ότι η Ιστορία οφείλει να απεγκλωβιστεί από την πολιτική εργαλειοποίηση και καλεί την πολιτεία να επιδείξει διαρκή ευαισθησία και εγρήγορση απέναντι στο παρελθόν. Η συζήτηση που άνοιξε γύρω από τους 200 της Καισαριανής, όπως σημειώνει, αποτελεί ευκαιρία για επιστημονική επαναξιολόγηση, χωρίς υπερβολές και χωρίς «χρυσόσκονη ηρωισμού», αφού οι ίδιες οι εικόνες μιλούν από μόνες τους. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Ραϋμόνδος Αλβανός, ο οποίος χαρακτηρίζει τις φωτογραφίες «φαίνεται ότι είναι αυθεντικές» και επισημαίνει τη δύναμη της οπτικής μαρτυρίας. Όπως τονίζει, η δεκαετία του ’40 παραμένει «ανοιχτή πληγή» στη δημόσια ιστορία της Ελλάδας, προκαλώντας έντονα συναισθήματα και αντιπαραθέσεις μέχρι σήμερα. Η κινητικότητα που προκάλεσε η δημοσιοποίηση των εικόνων αποδεικνύει πόσο ζωντανή παραμένει η διαμάχη για τη μνήμη, τις ταυτότητες και τις ερμηνείες του παρελθόντος.

Ο ίδιος επισημαίνει ότι η ύπαρξη νέων πηγών επιβεβαιώνει τη δυναμική της επιστήμης της Ιστορίας. Το γεγονός της εκτέλεσης των 200 ήταν ήδη γνωστό μέσα από μαρτυρίες που ανέφεραν ότι οι μελλοθάνατοι βάδιζαν προς το απόσπασμα τραγουδώντας. Η εικόνα, όμως, προσδίδει διαφορετική ισχύ: «άλλο να το ακούς και άλλο να το βλέπεις». Η φωτογραφία μετατρέπει τη μνήμη σε απτή εμπειρία και ενισχύει τη συλλογική συνείδηση.

Ο Ραϋμόνδος Αλβανός υπογραμμίζει επίσης ότι η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να αντιληφθεί τη σημασία του υλικού και να μεριμνήσει για την απόκτησή του, ώστε να καταστεί δημόσιο κτήμα και να αξιοποιηθεί είτε εκθεσιακά είτε ερευνητικά. Οι φωτογραφίες, εφόσον επιβεβαιωθούν ως γνήσιες, συνιστούν μέρος της εθνικής κληρονομιάς και τεκμήριο της ναζιστικής βαρβαρότητας στην Ελλάδα.

Η συζήτηση που έχει ανοίξει, μετά τη διακοπή της δημοπρασίας και τις πολιτικές παρεμβάσεις για την επιστροφή του υλικού, αποκτά πλέον και επιστημονική βάση. Οι δύο ιστορικοί συμφωνούν ότι οι ενδείξεις αυθεντικότητας είναι ισχυρές. Το επόμενο βήμα είναι η επίσημη πιστοποίηση μέσα από αρχειακό και τεχνικό έλεγχο. Ο Στράτος Δορδανάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ειδικεύεται στην πολιτική, διπλωματική και κοινωνική ιστορία, καθώς και στη μελέτη των πολεμικών συρράξεων και των εμφύλιων συγκρούσεων, με σημεία αναφοράς τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Ο Ραϋμόνδος Αλβανός είναι διδάσκων στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημόσια Ιστορία» του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Είναι συγγραφέας των βιβλίων «Ο ελληνικός εμφύλιος – Μνήμες σε πόλεμο και σύγχρονες πολιτικές ταυτότητες» και «Σλαβόφωνοι και πρόσφυγες – Κράτος και πολιτικές ταυτότητες στη Μακεδονία του Μεσοπολέμου», από τις εκδόσεις «Επίκεντρο».

Ποια είναι η αντίδρασή σας;

Μου αρέσει Μου αρέσει 0
Μη Αγαπημένο Μη Αγαπημένο 0
Αγάπη Αγάπη 0
Αστείο Αστείο 0
Θυμωμένος Θυμωμένος 0
Λυπημένος Λυπημένος 0
Ουάου Ουάου 0