Μαρία Καρυστιανού: Από σύμβολο σε πολιτικό παίκτη
Η συζήτηση για την πρόθεση της Μαρίας Καρυστιανού να προχωρήσει στη δημιουργία κόμματος περνά πλέον σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο, όχι επειδή άλλαξε μόνο το περιεχόμενο των δημόσιων παρεμβάσεών της, αλλά επειδή άλλαξε το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές αξιολογούνται. Όταν ένα πρόσωπο που ταυτίστηκε στη συνείδηση πολλών με έναν συλλογικό αγώνα, με τη μνήμη και με μια κοινωνική απαίτηση δικαιοσύνης, μετακινείται –έστω και σταδιακά– προς τη σφαίρα της οργανωμένης πολιτικής, τότε παύει να αντιμετωπίζεται ως συμβολική φιγούρα και αρχίζει να κρίνεται με σκληρούς πολιτικούς όρους: ποιοι είναι οι άνθρωποι, ποιες είναι οι συμμαχίες, ποιο είναι το πρόγραμμα, ποια είναι η χρηματοδότηση, ποια είναι η θεσμική συνέπεια, ποια είναι η πραγματική στρατηγική. Αυτό ακριβώς είναι το νέο τοπίο στο οποίο βαδίζει η Καρυστιανού, με τη συζήτηση να έχει ήδη ξεπεράσει το «θα κάνει ή δεν θα κάνει» και να έχει περάσει στο «τι είναι αυτό που ετοιμάζει, ποιον εκπροσωπεί και ποιον απειλεί».
Η «θρυαλλίδα» για αυτή τη μεταβολή ήταν οι πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις της, οι οποίες –ανεξάρτητα από διατυπώσεις και επιφυλάξεις– εκλήφθηκαν ως ουσιαστική προαναγγελία ενός εγχειρήματος που αυτοχαρακτηρίζεται ως κίνημα «κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής», με ρητή φιλοδοξία να διεκδικήσει πολιτική εκπροσώπηση. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η ίδια μεταφέρεται, θέλοντας και μη, από το πεδίο της κοινωνικής συμπάθειας στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης, όπου κάθε λέξη και κάθε επαφή δεν λειτουργεί απλώς ως «δήλωση», αλλά ως πολιτικό σήμα.
Η χρονική συγκυρία εντείνει εκ των πραγμάτων τη φόρτιση: μπροστά βρίσκεται η έναρξη της δίκης για τα Τέμπη στις 23 Μαρτίου 2026 στη Λάρισα, ένα ορόσημο που λειτουργεί σαν μόνιμος επιταχυντής εξελίξεων, καθώς το δικαστικό γεγονός κρατά ζωντανή την ένταση και τροφοδοτεί δημόσιες τοποθετήσεις, πολιτικές αναγνώσεις και συγκρούσεις για το ποιος μιλά εξ ονόματος ποιου. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πρόθεση για κόμμα δεν εμφανίζεται ως ουδέτερη ιδιωτική επιλογή, αλλά ως κίνηση με πολιτικές συνέπειες, που επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση, διαμορφώνει ανταγωνισμούς και δημιουργεί ερωτήματα για θεσμικά όρια, ειδικά όταν το πρόσωπο που κινείται προς την πολιτική έχει ή είχε κεντρικό ρόλο σε συλλογική εκπροσώπηση συγγενών θυμάτων.
Ένα… κίνημα
Ένα από τα στοιχεία που τροφοδοτούν την οξύτητα είναι η αντίφαση που, δικαίως ή αδίκως, πολλοί καταγράφουν: υπήρξε περίοδος κατά την οποία η ίδια είχε εμφανιστεί να διαψεύδει κατηγορηματικά τη σεναριολογία περί πολιτικού φορέα, ενώ τώρα περιγράφει ένα υπό διαμόρφωση εγχείρημα, το οποίο παρουσιάζει ως «κίνημα πολιτών», που οργανώνεται και σύντομα θα είναι έτοιμο να διεκδικήσει την ψήφο της κοινωνίας, όταν αποκτήσει «πρόγραμμα και άτομα». Στο μπλόκο της Νίκαιας, για παράδειγμα, επιχείρησε να βάλει φρένο στην αίσθηση μιας άμεσης εξαγγελίας, λέγοντας ότι δεν υπάρχει ακόμη ούτε όνομα ούτε ημερομηνία, επαναφέροντας την εικόνα ενός σχεδίου που «χτίζεται» και θα παρουσιαστεί όταν ωριμάσει. Ταυτόχρονα όμως, η δημόσια περιγραφή του στόχου –κόμμα ή κίνημα που θα έρθει να επιβάλει «κάθαρση» και να σταθεί απέναντι στη «διαπλοκή»– δεν αφήνει εύκολα χώρο παρερμηνειών: στο πολιτικό πεδίο, όταν ορίζεις έτσι τη φιλοδοξία σου, αυτομάτως αποκτάς αντιπάλους, και οι αντίπαλοι δεν περιμένουν τη μέρα των επίσημων ανακοινώσεων για να αρχίσουν να χτίζουν αφήγημα.
Αναμονή
Σε αυτό το σημείο μπαίνει το πρώτο μεγάλο πολιτικό «ναρκοπέδιο»: το πότε θα ανακοινωθεί επισήμως το εγχείρημα. Το ενδεχόμενο της 28ης Φεβρουαρίου 2026 –ημέρα συμπλήρωσης τριών ετών από το δυστύχημα– συζητήθηκε ως πιθανή ημερομηνία, ακριβώς επειδή είναι ημερομηνία υψηλού συμβολισμού. Εδώ όμως βρίσκεται και η παγίδα: μια τέτοια επιλογή, ακόμη κι αν παρουσιαστεί ως «φόρος τιμής», είναι πολύ εύκολο να εκληφθεί ως εργαλειοποίηση της μνήμης. Η ίδια, αντιλαμβανόμενη το βάρος, έχει απορρίψει δημόσια την ιδέα ότι θα ανακοινώσει εκείνη την ημέρα, χαρακτηρίζοντας κάτι τέτοιο «τραγικό». Παρ’ όλα αυτά, το θέμα δεν κλείνει, γιατί η πολιτική δεν λειτουργεί με βάση τις προθέσεις, αλλά με βάση τις εντυπώσεις και τα κίνητρα που αποδίδονται. Όσο η ημερομηνία μένει ανοιχτή ως σενάριο στη δημόσια συζήτηση, τόσο θα γίνεται σημείο τριβής, ειδικά με δεδομένο ότι σε εκείνη την επέτειο συγκεντρώνονται όχι μόνο πολιτικές μνήμες, αλλά και προσωπικά πένθη, μνημόσυνα, οικογενειακές τελετές, κάτι που κάνει τον δημόσιο χειρισμό εξαιρετικά λεπτό.
Το δεύτερο και βαρύτερο πεδίο σύγκρουσης δεν είναι καν οι επιθέσεις των κομμάτων. Είναι το ρήγμα που διαφαίνεται μέσα στον κόσμο των συγγενών θυμάτων, δηλαδή ακριβώς στον χώρο που, λόγω της τραγωδίας, αποκτά ιδιαίτερο ηθικό βάρος στη δημόσια συζήτηση. Εδώ οι αποστάσεις που έχουν πάρει πρόσωπα με άμεση εμπλοκή είναι πολιτικά πιο επιβαρυντικές από οποιαδήποτε κομματική επίθεση, γιατί δεν μπορούν να αποδοθούν εύκολα σε «συμφέροντα» ή σε «συνήθη αντιπαράθεση». Ο αντιπρόεδρος του Συλλόγου, Παύλος Ασλανίδης, έχει μιλήσει με σκληρότητα, επιμένοντας ότι ο Σύλλογος δεν φτιάχτηκε για να γίνει κόμμα και ότι κανείς από τους συγγενείς δεν είναι μαζί της σε ένα τέτοιο εγχείρημα, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι το συλλογικό πλαίσιο κινδυνεύει να διαρραγεί ή να αλλοιωθεί. Ο Νίκος Πλακιάς κινήθηκε επίσης σε αιχμηρό τόνο, χρησιμοποιώντας μια κινηματογραφική παραπομπή για να περιγράψει, εμμέσως, μια μελλοντική σύγκρουση στο δικαστήριο και στη δημόσια σφαίρα, σαν να προειδοποιεί ότι θα αναπαραχθεί ένα «έργο» σε νέα εκδοχή, με στρατόπεδα και αντιπαλότητες. Στο ίδιο κλίμα, η Κατερίνα Βουτσινά εξέφρασε την αγανάκτησή της απέναντι στο ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί η επέτειος ως σκηνή κομματικής εξαγγελίας, κάνοντας σαφές ότι, ενώ το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι είναι καθολικό, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν εμφανίζεται ως «εφαλτήριο» πάνω στη μνήμη ενός νεκρού συγγενή.
Ο Πάνος Ρούτσι, σε άλλη παρέμβαση, ζήτησε ευθέως να παραιτηθεί από τη θέση της στον Σύλλογο εφόσον επιλέγει κομματική διαδρομή, υποστηρίζοντας ότι ο αγώνας των οικογενειών ήταν εξαρχής ακομμάτιστος και ότι μια κομματική επιλογή πρέπει να γίνει «μόνη της», χωρίς σύγχυση ρόλων.
Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης ήταν επίσης επικριτικός, μιλώντας για καπηλεία της ιστορίας των Τεμπών και ζητώντας διαφάνεια, επιμένοντας ότι κανείς δεν έχει «αποκλειστικότητα» στην τραγωδία, ούτε μπορεί να εκπροσωπεί μονοπρόσωπα όλους τους συγγενείς. Όλες αυτές οι φωνές, ανεξάρτητα από το αν εκφράζουν πλειοψηφικό ρεύμα ή όχι, δείχνουν ότι η πολιτική μετάβαση της Καρυστιανού δεν περνά αδιατάρακτα μέσα από την κοινότητα των ανθρώπων που φέρουν την απώλεια, αλλά δημιουργεί ήδη βαθύ διχασμό.
Το κομματικό πεδίο
Στο κομματικό πεδίο, οι αντιδράσεις έχουν τη δική τους λογική: δεν είναι μόνο ηθική ή συναισθηματική, είναι και ανταγωνιστική. Το ΚΚΕ, για παράδειγμα, αντιμετώπισε τη ρητορική περί «κάθαρσης» ως παλαιό μοτίβο που έχει χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν για να καλύψει –κατά τη δική του ανάλυση– τις πραγματικές κοινωνικές αντιθέσεις και να οδηγήσει σε πολιτικές επιλογές που τελικά δεν αλλάζουν τον πυρήνα των συσχετισμών. Η Ελληνική Λύση, δια του Κυριάκου Βελόπουλου, κινήθηκε με την απαξίωση των «σωτήρων», επιχειρώντας να υποβαθμίσει προληπτικά την ελκυστικότητα του εγχειρήματος, πιθανότατα επειδή κατανοεί ότι ένα τέτοιο κόμμα απλώνεται σε δεξαμενές διαμαρτυρίας όπου ήδη υπάρχει ανταγωνισμός. Από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Παύλος Πολάκης επέλεξε μια διαφορετική γραμμή: όχι μόνο καταγγελία, αλλά κριτική πολιτικής οργάνωσης, λέγοντας ότι κόμματα δεν φτιάχνονται ως «one man show» και ότι δεν γίνεται να είναι μονοθεματικά, υπονοώντας ότι η συναισθηματική δυναμική δεν αρκεί χωρίς πρόγραμμα και συλλογική δομή. Ακόμη και εκείνοι που κρατούν πιο «θεσμικό» τόνο, δεν αποφεύγουν το βασικό μήνυμα: από τη στιγμή που μπαίνεις στην πολιτική, θα κριθείς πολιτικά.
Ο Παύλος Μαρινάκης, εκ μέρους της κυβέρνησης, τόνισε ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να εκτεθεί στη λαϊκή ψήφο, αλλά πρόσθεσε με καθαρότητα ότι όταν περνάς στη σφαίρα της πολιτικής και επιτίθεσαι σε πολιτικούς αντιπάλους, θα δεχθείς και απαντήσεις, ενώ προειδοποίησε ότι ο προσωπικός ή συλλογικός πόνος δεν πρέπει να μετατρέπεται σε «βατήρα» για προσωπική πολιτική ανέλιξη. Από την πλευρά του ο Άδωνις Γεωργιάδης κινήθηκε πιο επιθετικά, υποστηρίζοντας ότι το προφίλ που «βγάζει» η Καρυστιανού μετατοπίζεται προς πιο δεξιές ή «ακροδεξιές» αποχρώσεις και την κάλεσε να κατονομάσει εκείνους που –όπως η ίδια έχει αφήσει να εννοηθεί– της προσέφεραν χρήματα ή υψηλές θέσεις για να μην προχωρήσει, δηλαδή να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία σε μια εξαιρετικά βαριά δημόσια αιχμή. Χαμηλότερους τόνους κράτησαν άλλοι πολιτικοί αρχηγοί ή πρόσωπα, είτε για λόγους πολιτικής τακτικής είτε για να μην τροφοδοτήσουν με οξυγόνο ένα εγχείρημα που ενδεχομένως αναζητά σύγκρουση για να συσπειρωθεί.
Ποιοι θα αποτελέσουν τον πυρήνα
Πίσω από τις δημόσιες αντιπαραθέσεις, ένα τρίτο πεδίο, εξίσου κρίσιμο, αφορά τους ανθρώπους και τα σήματα που εκπέμπει το περιβάλλον του υπό διαμόρφωση φορέα. Εδώ το πρόβλημα δεν είναι η «ετερογένεια» –κάθε νέο πολιτικό εγχείρημα προσελκύει πολλούς και διαφορετικούς– αλλά το ποιοι τελικά θα αποτελέσουν τον πυρήνα και τι πολιτικό πρόσημο θα δώσουν. Δημοσιογραφικές πληροφορίες και παρασκηνιακές αναφορές περιγράφουν ένα πλέγμα επαφών που εκτείνεται από τον χώρο της επιστήμης και της τέχνης έως πρόσωπα με έντονη πολιτική διαδρομή ή αμφιλεγόμενες δημόσιες ταυτότητες, με αναφορές σε ανθρώπους που κινούνται στο «αντισυστημικό» περιθώριο, σε πρώην βουλευτές, σε υποψήφιους άλλων κομμάτων, σε πρόσωπα με ισχυρή δημόσια παρουσία και σε άτυπους επικοινωνιακούς μηχανισμούς. Ορισμένα ονόματα, όπως του ευρωβουλευτή Νικόλα Φαραντούρη, συνδέθηκαν με σενάρια αξιοποίησης σε ρόλο προβεβλημένης θέσης, με αποτέλεσμα εσωκομματικές συγκρούσεις στον ΣΥΡΙΖΑ και διαγραφή του από την ευρωομάδα του. Άλλες αναφορές, όπως εκείνες για ανθρώπους που φέρονται να λειτουργούν ως στενοί συνεργάτες ή ως «άτυποι εκπρόσωποι», επιβαρύνουν το πολιτικό προφίλ ενός εγχειρήματος που ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι «δεν έχει ιδεολογικό προσανατολισμό» και ότι υπερβαίνει αριστερά και δεξιά. Στην πολιτική, η «μη ιδεολογία» συνήθως ερμηνεύεται ως ιδεολογία από μόνη της: ως αντι-πολιτική, ως «κάθαρση» χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, ως τοποθέτηση που διεκδικεί να γίνει σημαία διαμαρτυρίας. Γι’ αυτό και τα πρόσωπα, οι διαδρομές, οι παλιοί μηχανισμοί και τα δίκτυα που συνδέονται με ένα νέο φορέα αποτελούν από νωρίς πεδίο στοχοποίησης. Σ’ αυτό το σημείο, οι «επιτροπές σοφών» και οι αναφορές σε χιλιάδες βιογραφικά που έχουν κατατεθεί λειτουργούν διπλά: ως απόδειξη κοινωνικού ενδιαφέροντος, αλλά και ως πρόσκληση για σκληρή κριτική σχετικά με το ποιος θα επιλεγεί, με ποια κριτήρια και με τι ατζέντα.
Η μέτρηση της GPO
Η συζήτηση για τις δεξαμενές ψηφοφόρων φανερώνει, επίσης, γιατί η αντίδραση κομμάτων του χώρου της διαμαρτυρίας είναι τόσο έντονη. Τα στοιχεία δημοσκόπησης που επικαλέστηκαν «Τα Νέα» και που αποδίδονται σε μέτρηση της GPO για τα Παραπολιτικά FM τον Δεκέμβριο δείχνουν ότι η «πιθανότητα» να ψηφιστεί ένα κόμμα με αναφορά στη Μαρία Καρυστιανού είναι υψηλότερη σε ψηφοφόρους κομμάτων όπως η Νίκη και η Πλεύση Ελευθερίας, και σε μικρότερο βαθμό της Ελληνικής Λύσης, ενώ εμφανίζονται επίσης μη αμελητέες «γέφυρες» προς ένα κομμάτι ψηφοφόρων της Αριστεράς, όπως του ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμη και του ΚΚΕ. Αντίθετα, στα μεγαλύτερα κόμματα –ΝΔ και ΠΑΣΟΚ– καταγράφονται χαμηλότερες πιθανότητες μετακίνησης, στοιχείο που εξηγεί γιατί το νέο εγχείρημα αντιμετωπίζεται από κάποιους ως «υπαρξιακή απειλή» περισσότερο για τους ανταγωνιστές του αντισυστημικού χώρου και λιγότερο για τους κεντρικούς πόλους. Στο συνολικό δείγμα, βεβαίως, η εικόνα είναι πιο περιορισμένη, με μια μεγάλη πλειοψηφία να δηλώνει ότι δεν θα το ψήφιζε «καθόλου», όμως η πολιτική δυναμική δεν προκύπτει μόνο από το συνολικό ποσοστό. Προκύπτει από το πού «κόβεις» και από το πώς αναδιατάσσεις τις περιφέρειες της διαμαρτυρίας, ειδικά σε περίοδο ρευστότητας.
«Ο λαός θα δείξει τον ηγέτη»
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η Καρυστιανού επιχειρεί να κρατήσει δύο γραμμές που δύσκολα συμβιβάζονται. Από τη μία, εμφανίζεται να λέει ότι δεν υπάρχει ακόμη όνομα, ότι δεν υπάρχει ημερομηνία, ότι όλα θα παρουσιαστούν όταν είναι ολοκληρωμένα. Από την άλλη, διατυπώνει μια φιλοδοξία απόλυτη: κάθαρση, υπέρβαση των ιδεολογιών, μη συνεργασία με τους υπάρχοντες, νόημα μόνο αν έρθει πρώτο. Αυτό είναι ρητορικά ισχυρό, αλλά πολιτικά ριψοκίνδυνο, γιατί ανεβάζει στο μέγιστο επίπεδο τις προσδοκίες και δημιουργεί ένα είδος «δοκιμασίας» που δύσκολα περνιέται χωρίς στέρεη οργάνωση. Ταυτόχρονα, η επιμονή στη λογική ότι «ο λαός θα δείξει τον ηγέτη» –δηλαδή ότι δεν είναι βέβαιο πως η ίδια θα ηγηθεί– μπορεί να λειτουργεί ως προσπάθεια αποφυγής της εικόνας του μονοπρόσωπου κόμματος, αλλά δεν αναιρεί το γεγονός ότι το πρόσωπό της είναι το βασικό πολιτικό κεφάλαιο του εγχειρήματος και το βασικό του «σήμα». Στον δημόσιο διάλογο, είτε το θέλει είτε όχι, θα είναι η persona αυτού του φορέα, άρα και ο βασικός στόχος των επιθέσεων.
Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι από εδώ και στο εξής η «υπόθεση Καρυστιανού» δεν θα κρίνεται μόνο από το αν έχει κοινωνική αποδοχή ως πρόσωπο που συνδέθηκε με έναν αγώνα, αλλά από το αν μπορεί να σταθεί ως πολιτικό υποκείμενο χωρίς να τινάξει στον αέρα τον χώρο από τον οποίο ξεκίνησε, χωρίς να φορτωθεί με πρόσωπα που θα ακυρώνουν το αφήγημα της «κάθαρσης», χωρίς να κατηγορηθεί για εργαλειοποίηση μιας τραγωδίας, και –το δυσκολότερο– χωρίς να βαθύνει το ρήγμα μέσα στις οικογένειες των θυμάτων, την ώρα που η υπόθεση εισέρχεται σε δικαστική φάση. Η πολιτική είναι αμείλικτη: παίρνει σύμβολα και τα μετατρέπει σε πεδίο σύγκρουσης. Αν η Καρυστιανού προχωρήσει, θα βρεθεί αντιμέτωπη με το πλήρες «τεστ» της πολιτικής: όχι μόνο από τα κόμματα που αισθάνονται ότι απειλούνται στις δεξαμενές τους, αλλά και από τους ίδιους τους ανθρώπους που θεωρούν ότι ο πόνος τους δεν μπορεί, δεν πρέπει και δεν επιτρέπεται να γίνει κομματικό κεφάλαιο. Και αυτή ακριβώς είναι η πιο σκληρή, πιο αληθινή, πιο επικίνδυνη πλευρά της επιλογής: ότι δεν θα δοκιμαστεί μόνο η δύναμη ενός νέου πολιτικού brand, αλλά τα όρια της κοινωνικής νομιμοποίησης σε ένα θέμα που ακόμη πονά, ακόμη διχάζει και ακόμη καθορίζει το πολιτικό θερμόμετρο της χώρας.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0