Συμφωνία Chevron – Helleniq Energy: Πότε ξεκινούν οι έρευνες
Στο επιβλητικό Bayerischer Hof του Μονάχου, η φετινή Munich Security Conference κύλησε χωρίς τις εκρηκτικές αντιπαραθέσεις που είχαν σημαδέψει την προηγούμενη χρονιά. Οι δηλώσεις ήταν προσεκτικές, οι διατυπώσεις ζυγισμένες, οι δημόσιες εικόνες ελεγχόμενες. Κι όμως, πίσω από την επιφάνεια της διπλωματικής ευγένειας, η διατλαντική σχέση έμοιαζε περισσότερο εύθραυστη παρά θριαμβευτική. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο επιτάχυνε μια ήδη υπαρκτή μετατόπιση: από τη βεβαιότητα της στρατηγικής σύμπλευσης σε μια πιο ψυχρή, πιο συναλλακτική συνεργασία. Η ανοιχτή σύγκρουση του προηγούμενου έτους, όταν ο τότε αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς είχε ασκήσει σφοδρή κριτική στην Ευρώπη, δεν επαναλήφθηκε. Αντί για ρήξεις, κυριάρχησε η διαχείριση της δυσπιστίας.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο επιχείρησε να καθησυχάσει, επιμένοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη «ανήκουν μαζί». Το μήνυμα βρήκε ακροατήριο, αλλά η επιχειρηματολογία του εστίασε κυρίως στην κοινή ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά και λιγότερο στις αξίες δημοκρατίας και κράτους δικαίου που για δεκαετίες αποτελούσαν τον πυρήνα της διατλαντικής συνοχής. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μίλησε για ισχυρή συμμαχία, ταυτόχρονα όμως κάλεσε την Ευρώπη να επιταχύνει την αμυντική και τεχνολογική της αυτονόμηση. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε διαβεβαίωσε ότι η Συμμαχία παραμένει ισχυρή, ωστόσο η στρατηγική συζήτηση που εξελίσσεται στο παρασκήνιο δείχνει ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν θεωρούν πλέον αυτονόητη την αμερικανική εγγύηση στον ίδιο βαθμό. Η υπόθεση της Γροιλανδίας, με τις επαναλαμβανόμενες αναφορές Τραμπ περί προσάρτησης του αυτόνομου δανικού εδάφους, λειτούργησε ως σημείο καμπής, προκαλώντας αντιδράσεις από την πρωθυπουργό της Δανίας Μέτε Φρέντερικσεν και αναδεικνύοντας το ζήτημα της συμμαχικής εμπιστοσύνης. Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς παραδέχθηκε ότι η βασισμένη σε κανόνες διεθνής τάξη έχει μεταβληθεί, ενώ ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν επανέφερε με έμφαση το αίτημα για μια «γεωπολιτική Ευρώπη», ακόμη και με ενίσχυση της ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτρεπτικής δυνατότητας.
Σε αυτό το περιβάλλον ρευστότητας και αναπροσαρμογής, η Ελλάδα επιχειρεί να ενισχύσει τη δική της στρατηγική θέση μέσω της ενέργειας. Η συμφωνία του ελληνικού Δημοσίου με την κοινοπραξία Chevron και HELLENiQ Energy για την παραχώρηση αποκλειστικών δικαιωμάτων έρευνας και ενδεχόμενης εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως κίνηση υψηλής ενεργειακής και γεωπολιτικής σημασίας. Η τελετή υπογραφής πραγματοποιείται στο Μέγαρο Μαξίμου παρουσία του Πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης, με τη συμμετοχή του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, του εκπροσώπου της Chevron Gavin Lewis, του διευθύνοντος συμβούλου της HELLENiQ Energy Ανδρέας Σιάμισιης και του επικεφαλής της ΕΔΕΥΕΠ Άρης Στεφάτος.
Η επένδυση προβλέπει ελάχιστες εγγυημένες δαπάνες που υπερβαίνουν τα 20 εκατ. ευρώ στην πρώτη φάση των δισδιάστατων ερευνών, περίπου 24 εκατ. ευρώ στη δεύτερη φάση των τρισδιάστατων δεδομένων και περίπου 100 εκατ. ευρώ στην τρίτη φάση της ερευνητικής γεώτρησης. Στόχος είναι οι σεισμικές έρευνες στα θαλάσσια blocks «Νότια Πελοπόννησος», «Α2», «Νότια Κρήτη I» και «Νότια Κρήτη II» να ξεκινήσουν εντός του 2026, με ορίζοντα υλοποίησης προς τα τέλη του έτους και πιθανή ολοκλήρωση στις αρχές του 2027. Η κυβέρνηση ερμηνεύει την επιλογή της Chevron να επενδύσει στην Ελλάδα ως ψήφο εμπιστοσύνης στο επενδυτικό περιβάλλον της χώρας και ως ένδειξη ενίσχυσης των ελληνοαμερικανικών σχέσεων σε μια περίοδο παγκόσμιας ενεργειακής αναδιάταξης.
Παρά τις προσδοκίες, το εγχείρημα ενέχει σαφές ρίσκο. Η έρευνα προηγείται της εξόρυξης και η ύπαρξη εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων δεν είναι δεδομένη. Ακόμη και σε περίπτωση εντοπισμού φυσικού αερίου, θα απαιτηθεί αξιολόγηση της οικονομικής βιωσιμότητας, με κριτήρια το μέγεθος των αποθεμάτων, το βάθος, το κόστος εξόρυξης και τις διεθνείς τιμές. Η επένδυση δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά βαθιά πολιτική: εντάσσεται σε μια στρατηγική ανάδειξης της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου και αξιόπιστου εταίρου στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια εποχή που η Ευρώπη αναζητά νέες ισορροπίες ασφάλειας και ενεργειακής αυτάρκειας. Από το Μόναχο μέχρι τη Νότια Κρήτη, το κοινό νήμα είναι η υποχώρηση των παλαιών βεβαιοτήτων και η ανάδυση ενός κόσμου όπου οι συμμαχίες λειτουργούν με όρους συμφερόντων και στρατηγικής προσαρμογής. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν οι επιλογές που διαμορφώνονται σήμερα θα αποδειχθούν θεμέλιο ενισχυμένης εθνικής ισχύος ή απλώς μια φιλόδοξη αλλά αβέβαιη γεωπολιτική επένδυση.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0