Νέο μοντέλο για τις λαϊκές αγορές
Μια συμφωνία που εκτόνωσε την ένταση και «πάγωσε» τις κινητοποιήσεις φαίνεται πως ανοίγει τον δρόμο για εκτεταμένες αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των λαϊκών αγορών. Η συνάντηση εκπροσώπων των επαγγελματιών με τον υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, έδωσε –σύμφωνα με τους ανθρώπους του κλάδου– την αίσθηση ότι οι εκκρεμότητες που είχαν συσσωρευτεί θα κλείσουν οριστικά, με το υπουργείο να στρέφει πλέον το βάρος στον εκσυγχρονισμό του μοντέλου και στην απομάκρυνση γραφειοκρατικών αγκυλώσεων που ταλαιπωρούν παραγωγούς και επαγγελματίες. Παράλληλα, έχει ήδη κλειδώσει το επόμενο «ραντεβού» της διαπραγμάτευσης σε οικονομικό επίπεδο: προγραμματίστηκαν δύο συναντήσεις με τον υπουργό Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη, με βασικά θέματα τα όρια του τεκμαρτού εισοδήματος και αλλαγές στη λειτουργία του δελτίου ηλεκτρονικών πληρωμών. Για τους ανθρώπους των λαϊκών, αυτά τα ζητήματα θεωρούνται κομβικά, καθώς αφορούν άμεσα το φορολογικό αποτύπωμα μιας δραστηριότητας που χαρακτηρίζεται από έντονη εποχικότητα, διακυμάνσεις στην παραγωγή και καθημερινό κόστος μετακίνησης και λειτουργίας.
Στην καρδιά του νέου πλαισίου βρίσκεται η πλήρης ψηφιοποίηση των αδειών. Το σχέδιο προβλέπει ότι οι άδειες θα μετατραπούν σε ψηφιακές και αορίστου χρόνου, εξέλιξη που –όπως υποστηρίζεται– περιορίζει τη διοικητική ταλαιπωρία και την ανασφάλεια που δημιουργούσαν διαδοχικές ανανεώσεις και διαδικασίες. Ταυτόχρονα, προβλέπεται να προκηρυχθούν όλες οι κενές θέσεις, με την κατανομή τους να γίνεται μέσω ηλεκτρονικής κλήρωσης, ώστε να μειωθούν οι σκιές αδιαφάνειας και να υπάρξει ενιαία, τυποποιημένη διαδικασία. Σημαντική τομή θεωρείται επίσης η δημιουργία μιας ενιαίας Ψηφιακής Πύλης Λαϊκών Αγορών. Η λογική είναι οι περισσότερες διοικητικές πράξεις –από αιτήματα και δηλώσεις έως μεταβολές στοιχείων– να διεκπεραιώνονται από ένα κεντρικό ψηφιακό σημείο, με στόχο να μειωθεί ο χρόνος, η φυσική μετακίνηση, αλλά και το διοικητικό κόστος για όσους δραστηριοποιούνται στις αγορές. Σε ένα πεδίο όπου ο κάθε χαμένος πρωινός χρόνος μεταφράζεται σε απώλεια εισοδήματος, η ψηφιακή απλοποίηση αντιμετωπίζεται ως πραγματική «ανάσα» και όχι ως τυπικός εξωραϊσμός.
Το πακέτο αλλαγών δεν περιορίζεται στις άδειες. Ρυθμίζονται ζητήματα όπως η αλλαγή ή βελτίωση θέσης, η μετακίνηση από αγορά σε αγορά, η μεταβίβαση αδειών, αλλά και το πλαίσιο εργασιακής υποστήριξης και αναπλήρωσης, δηλαδή οι πρακτικοί όροι που καθορίζουν αν ένα νοικοκυριό μπορεί να κρατήσει τη δραστηριότητα «ζωντανή» όταν προκύπτουν απρόοπτα. Παράλληλα, εισάγεται ο καθορισμός ανώτατου ημερήσιου τέλους, ώστε να υπάρχει ένα όριο κόστους συμμετοχής που δεν θα αφήνει τους πωλητές εκτεθειμένους σε αυθαίρετες χρεώσεις ή ανομοιομορφίες. Στο νέο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόβλεψη για εποχικές θέσεις: θεσμοθετείται ποσοστό 10% εποχικών θέσεων σε κάθε λαϊκή αγορά για παραγωγούς, ενώ δίνεται και η δυνατότητα δημιουργίας «λαϊκών αγορών παραγωγών» με πρωτοβουλία και συμφωνία των δήμων και των φορέων λειτουργίας. Πρόκειται για μια ρύθμιση που επιχειρεί να απαντήσει στο διαχρονικό αίτημα να ενισχυθεί η παρουσία του παραγωγού, αλλά και να υπάρξουν αγορές που θα μπορούν να «κουμπώσουν» καλύτερα στις ανάγκες κάθε περιοχής.
Οι ίδιοι οι πωλητές, ωστόσο, επιμένουν ότι πέρα από τα θεσμικά και ψηφιακά εργαλεία, το κρίσιμο ζήτημα είναι η καθημερινή προστασία της δραστηριότητας από στρεβλώσεις της αγοράς. Επαγγελματίας που δραστηριοποιείται στις λαϊκές του Πειραιά περιγράφει χαρακτηριστικά ότι η δουλειά τους είναι «σκληρή» και εκτεθειμένη σε απρόβλεπτα: από καιρικά φαινόμενα μέχρι ασθένειες καλλιεργειών. Φέρνει ως παράδειγμα τη ντομάτα, όπου –όπως αναφέρει– μια ασθένεια περιόρισε σημαντικά την παραγωγή, την ώρα που εισαγόμενα προϊόντα έμπαιναν στην αγορά σε χαμηλές τιμές, δημιουργώντας πίεση και αίσθηση αθέμιτου ανταγωνισμού, ιδιαίτερα όταν αμφισβητείται η τήρηση προδιαγραφών.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ οι λαϊκές αγορές συζητούνται συχνά μέσα από τη σκοπιά των αντιπαραθέσεων, τα στοιχεία καταναλωτικής συμπεριφοράς δείχνουν πως παραμένουν ένας από τους πιο ισχυρούς θεσμούς της καθημερινότητας, ειδικά στην Αττική. Έρευνα που παρουσιάστηκε από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών αποτυπώνει ότι η ποιότητα των φρέσκων προϊόντων και οι τιμές είναι οι δύο βασικοί λόγοι που μεγάλος αριθμός καταναλωτών συνεχίζει να τις προτιμά. Στο λεκανοπέδιο λειτουργούν 271 λαϊκές αγορές, τις οποίες φαίνεται να επιλέγει ως βασική πηγή αγορών σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Αττικής, ενώ ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό συνδυάζει λαϊκή και σούπερ μάρκετ στην εβδομαδιαία του προμήθεια. Η πλειονότητα των καταναλωτών κατευθύνεται πρωτίστως σε φρούτα και λαχανικά, αλλά σημαντική μερίδα αγοράζει και άλλα είδη –από αυγά, μέλι και ξηρούς καρπούς έως ψάρια και προϊόντα καθημερινής χρήσης.
Η ίδια έρευνα καταγράφει, πάντως, και τα «αδύναμα σημεία» που αποτελούν χρόνια παράπονα: το πρόβλημα στάθμευσης, ζητήματα ασφάλειας του περιβάλλοντος γύρω από την αγορά και η καθαριότητα. Παρά τις δυσκολίες αυτές, η ικανοποίηση των καταναλωτών εμφανίζεται υψηλή: η μεγάλη πλειονότητα δηλώνει αρκετά ικανοποιημένη από προϊόντα και τιμές, στοιχείο που εξηγεί γιατί οι λαϊκές αντέχουν, ακόμη και σε περιόδους έντονων πληθωριστικών πιέσεων. Μετά την αναστολή των κινητοποιήσεων, το στοίχημα για την κυβέρνηση είναι διπλό: από τη μία να προχωρήσει γρήγορα στις θεσμικές και ψηφιακές παρεμβάσεις χωρίς να χαθεί χρόνος στην εφαρμογή, και από την άλλη να πείσει ότι ο «εκσυγχρονισμός» δεν θα είναι μόνο πλατφόρμες και κληρώσεις, αλλά και ουσιαστική θωράκιση ενός κλάδου που κινείται ανάμεσα στην παραγωγή, τη μικροεπιχειρηματικότητα και την κοινωνική ανάγκη για προσιτά τρόφιμα. Για τους ανθρώπους των λαϊκών, το πραγματικό αποτέλεσμα θα φανεί όχι στα κείμενα των ρυθμίσεων, αλλά στη μέρα-με-τη-μέρα λειτουργία: στο αν θα μειωθεί η γραφειοκρατία, αν θα υπάρξει δικαιότερη κατανομή θέσεων, αν θα συγκρατηθούν τα κόστη και αν το πλαίσιο θα τους επιτρέψει να δουλεύουν χωρίς την αίσθηση ότι κάθε σεζόν ξεκινούν από την αρχή.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0