Κόμμα Καρυστιανού – Δρογώσης: “Ποιοι τη στηρίζουν;”

Ιαν 8, 2026 - 14:30
 0
Κόμμα Καρυστιανού – Δρογώσης: “Ποιοι τη στηρίζουν;”

Μετά τις τοποθετήσεις της Μαρίας Καρυστιανού που ερμηνεύτηκαν ως σαφής πρόθεση ίδρυσης κόμματος, ανοίγει ένας νέος κύκλος έντασης – όχι μόνο ανάμεσα σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση, αλλά πρωτίστως μέσα στην ίδια την αντιπολίτευση, η οποία βλέπει το έδαφος να μετακινείται κάτω από τα πόδια της. Κι αυτό γιατί η Καρυστιανού δεν εμφανίζεται ως ακόμη μία πολιτική φιγούρα που αναζητά χώρο εντός ενός καθιερωμένου ιδεολογικού χάρτη. Πατά πάνω σε ένα πολύ πιο δύσκολο, εκρηκτικό υλικό: την κοινωνική δυσπιστία, την οργή, το αίτημα για δικαιοσύνη και διαφάνεια, αλλά και τη συνολική απαξίωση προς τους επαγγελματίες της πολιτικής.

Σε αυτό το κλίμα ήρθε και η παρέμβαση του τραγουδοποιού Στάθη Δρογώση, ο οποίος επέλεξε να ασκήσει δημόσια κριτική, χαρακτηρίζοντας την πολιτική επιλογή «αψυχολόγητη». Το σημείο που «τραβά» περισσότερο στην ανάρτησή του δεν είναι μόνο η αξιολόγηση της κίνησης, αλλά η ηθική αντιπαραβολή που επιχειρεί: θυμίζει τη στάση της Μάγδας Φύσσα, σημειώνοντας ότι δεν πολιτεύτηκε, δεν ίδρυσε κόμμα, αλλά δέχθηκε για χρόνια σφοδρή στοχοποίηση – ιδίως από ακροδεξιά ακροατήρια.

Όλη η ανάρτηση του Στάθη Δρογώση

Η μάνα του Φύσσα δεν έκανε κόμμα ούτε πολιτεύτηκε και την έβριζαν τα σκουπίδια οι ακροδεξιοί για χρόνια. Οι γονείς του συλλόγου των θυμάτων των Τεμπών δεν θέλουν κόμμα. Η μητέρα Καρυστιανού που έχει τη συμπάθεια όλων μας προχωράει σε εντελώς αψυχολόγητη κίνηση. Φαίνεται ότι κάποιοι κύκλοι την στηρίζουν. Ποιοι είναι αυτοί; Με πόσα χρήματα; Όλα πρέπει να γίνονται στο φως.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην κριτική ενός καλλιτέχνη. Το ουσιαστικό είναι ότι η κουβέντα για κόμμα Καρυστιανού αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως γεγονός με πραγματικές συνέπειες για τον χάρτη. Στο δημόσιο λόγο ήδη «κουμπώνει» σε ένα μεγαλύτερο αφήγημα: ότι οι επόμενες εκλογές μπορεί να φέρουν τρία νέα σχήματα με ισχυρή αναγνωρισιμότητα, που θα επιχειρήσουν να αναδομήσουν ή να εκβιάσουν ανασύνθεση του πολιτικού παιχνιδιού – ένα εγχείρημα που αποδίδεται στον Αλέξη Τσίπρα, ένα που αποδίδεται στη Μαρία Καρυστιανού και ένα που αποδίδεται στον Αντώνη Σαμαρά. Είτε τελικά τα σενάρια αυτά επιβεβαιωθούν είτε όχι, η ίδια η συζήτηση λειτουργεί ως πίεση: συμπιέζει τα υφιστάμενα κόμματα, ρευστοποιεί τις βεβαιότητες και διευρύνει τη δεξαμενή των «διαθέσιμων» ψηφοφόρων, δηλαδή των αναποφάσιστων και των πολιτικά κουρασμένων.

Σε μια τέτοια εξίσωση, το υποτιθέμενο κόμμα Τσίπρα περιγράφεται ως απειλή διάσπασης και απορρόφησης στον χώρο της κεντροαριστεράς, καθώς θα μπορούσε να τραβήξει ψηφοφόρους από πολλαπλές δεξαμενές, πιέζοντας ιδιαίτερα σχήματα που ήδη παλεύουν με την ταυτότητα και την εκλογική τους αντοχή. Αντίστοιχα, ένα σχήμα με αναφορά στον Σαμαρά παρουσιάζεται ως «καταφύγιο» δυσαρεστημένων ψηφοφόρων της Ν.Δ. και ως ανταγωνιστής κομμάτων δεξιότερα της κυβέρνησης.

Η περίπτωση Καρυστιανού, όμως, έχει άλλο βάρος και άλλη υφή. Εμφανίζεται ως προσπάθεια υπέρβασης του υπάρχοντος συστήματος, με ρητορική που φιλοδοξεί να μιλήσει «πάνω από κόμματα» και «πάνω από ιδεολογίες», στο όνομα της κάθαρσης, της διαφάνειας, της δικαιοσύνης και της τιμωρίας των υπαιτίων – με αιχμές που δεν περιορίζονται σε ένα κόμμα, αλλά στρέφονται συνολικά προς το πολιτικό προσωπικό. Σε αυτή τη λογική εντάσσονται και φράσεις που αποδίδονται στην ίδια, όπως η απόρριψη συνεργασιών με υπάρχοντα κόμματα και εν ενεργεία πολιτικούς, με ένα παράθυρο «εξαίρεσης» να αφήνεται, έστω υπαινικτικά, για τον Νικόλα Φαραντούρη, για τον οποίο –λέγεται– είχε δημόσια καλή γνώμη.

Το πολιτικό οξύ στην περίπτωση αυτή είναι ότι η Καρυστιανού, ενώ επιχειρεί να κερδίσει ακροατήρια «αντισυστημικά» και διάχυτα, ταυτόχρονα επιλέγει ως στόχο έναν πρώην πρωθυπουργό, τον Αλέξη Τσίπρα, στον οποίο αποδίδει βαριές ιστορικές ευθύνες για τη μνημονιακή περίοδο και τη διάψευση προσδοκιών. Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία: υποδηλώνει ότι αντιλαμβάνεται τον Τσίπρα ως ανταγωνιστή στη δεξαμενή της απογοήτευσης. Πρόκειται για ψηφοφόρους με ασθενή ιδεολογικά χαρακτηριστικά, οι οποίοι μπορεί να μετακινηθούν με βάση το συναίσθημα, την οργή, την ανάγκη «να αλλάξει κάτι» – όχι με βάση ένα συνεκτικό πρόγραμμα.

Εκεί ακριβώς ξεκινά η δεύτερη μεγάλη αναταραχή: η εσωτερική κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ με φόντο το όνομα Φαραντούρη. Η συζήτηση περί πιθανής πολιτικής «συμπόρευσης» ή έστω ανοιχτού διαύλου με τον υπό διαμόρφωση φορέα Καρυστιανού προκάλεσε, όπως περιγράφεται, ισχυρούς τριγμούς στην Κουμουνδούρου. Το ζήτημα πήρε χαρακτήρα πειθαρχικό, επειδή ερμηνεύτηκε ως θόλωση εκπροσώπησης: ένας ευρωβουλευτής ενός κόμματος δεν μπορεί –κατά την κομματική λογική– να αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο μετακίνησης χωρίς να δημιουργεί κρίση αξιοπιστίας.

Έτσι, το θέμα κλιμακώθηκε σε επίπεδο κορυφής, με επικοινωνία της ηγεσίας προς τον ευρωβουλευτή και αίτημα για καθαρή αποσαφήνιση. Η εκτίμηση ότι οι δημόσιες τοποθετήσεις που ακολούθησαν δεν έκλεισαν το θέμα, αλλά το κράτησαν «μισάνοιχτο», οδήγησε τελικά στη ρήξη και στη διαγραφή του από την ευρωομάδα, ως μήνυμα ότι η πολιτική ασάφεια θα αντιμετωπίζεται ως οργανωτική απειλή. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: αφενός αναδεικνύεται η αδυναμία του χώρου να απορροφήσει νέα «αντισυστημικά» ρεύματα χωρίς να αιμορραγεί, αφετέρου επιβεβαιώνεται ότι η Καρυστιανού λειτουργεί ήδη ως κέντρο βάρους που έλκει πρόσωπα και προκαλεί πανικό σε επιτελεία.

Την ίδια ώρα, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να κλείσει την πόρτα σε νέο κύμα φυγής, με διαψεύσεις σεναρίων για άλλους ευρωβουλευτές – ενδεικτική η προσπάθεια να αποσυμπιεστεί το κλίμα γύρω από την Έλενα Κουντουρά. Και μέσα σε όλα αυτά, το κόμμα εμφανίζεται να έχει ήδη πληγεί από προηγούμενες υποθέσεις που επιβάρυναν την εικόνα του στην ευρωκοινοβουλευτική του παρουσία, με αποτέλεσμα η τρέχουσα κρίση να μην μοιάζει με μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά με κεφάλαιο μιας μεγαλύτερης αποσύνθεσης.

Το συνολικό πολιτικό σκηνικό μοιάζει να μπαίνει σε φάση όπου οι «παλιοί κανόνες» δεν λειτουργούν. Η αντιπολίτευση δεν έχει μία γραμμή απέναντι στο φαινόμενο Καρυστιανού. Άλλοι επιλέγουν σύγκρουση, άλλοι απόσταση, άλλοι διφορούμενη στάση. Το κρίσιμο είναι ότι η ίδια η ύπαρξη ενός τέτοιου ενδεχομένου μεταφέρει το κέντρο βάρους της αντιπαράθεσης σε θέματα κάθαρσης, θεσμών, λογοδοσίας και κοινωνικής αγανάκτησης – με τρόπο που αναγκάζει όλους να επανατοποθετηθούν.

Για την κυβέρνηση, από την άλλη, το διακύβευμα δεν είναι να συμμετάσχει στο παιχνίδι της έντασης, αλλά να απορροφήσει θεσμικά την πίεση: να μην επιτρέψει η ατζέντα να μετατραπεί σε πολιτικό δικαστήριο χωρίς διαδικασίες, αλλά και να μην εμφανιστεί ότι υποτιμά ένα κοινωνικό ρεύμα που μπορεί να πάρει απρόβλεπτες διαστάσεις. Όσο πιο πολύ η συζήτηση για «νέα κόμματα» φουσκώνει, τόσο περισσότερο η πολιτική θα κρίνεται όχι μόνο από προγράμματα, αλλά από το ποιος εμφανίζεται πειστικός ότι μπορεί να επιβάλει κανόνες σε μια κοινωνία που πιστεύει πως κανόνες δεν υπάρχουν.

Το επόμενο ορόσημο, όπως ήδη διαφαίνεται, δεν θα είναι απλώς μια τηλεοπτική συνέντευξη ή μια ακόμη ανάρτηση. Θα είναι το πώς θα μεταφραστούν οι διαθέσεις της κοινωνίας σε δημόσια κινητοποίηση και σε πολιτική συμπεριφορά – με ημερομηνίες-σύμβολα να λειτουργούν ως επιταχυντές. Και τότε θα φανεί αν η «ηθική πολιτική» μπορεί πράγματι να γίνει κομματικό σχήμα χωρίς να χάσει το ηθικό της κεφάλαιο ή αν, μπαίνοντας στο σκληρό πεδίο της εξουσίας, θα φθαρεί από εκείνο ακριβώς που καταγγέλλει.

Ποια είναι η αντίδρασή σας;

Μου αρέσει Μου αρέσει 0
Μη Αγαπημένο Μη Αγαπημένο 0
Αγάπη Αγάπη 0
Αστείο Αστείο 0
Θυμωμένος Θυμωμένος 0
Λυπημένος Λυπημένος 0
Ουάου Ουάου 0