«Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι»

Φεβ 17, 2026 - 12:10
 0
«Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι»

Με τη χαρακτηριστική φράση «η Χιονάτη και οι επτά νάνοι» περιέγραψε ο πολιτικός αναλυτής Ανδρέας Δρυμιώτης την εικόνα που αποτυπώνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, ταυτίζοντας τη Νέα Δημοκρατία με τη «Χιονάτη» και τα κόμματα της αντιπολίτευσης με «επτά νάνους». Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, ο κ. Δρυμιώτης υποστήριξε ότι «αυτή τη στιγμή οι τάσεις είναι σαφείς» και επέμεινε πως «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση», αποδίδοντας το συμπέρασμα αυτό στην αδυναμία των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων να συγκροτήσουν ένα συνεκτικό, κοινό αφήγημα. «Δεν μπορεί να υπάρξει εναλλακτική λύση στην αντιπολίτευση γιατί είναι τόσο διαφορετικές οι γνώμες τους», ανέφερε, σκιαγραφώντας ένα σκηνικό πολυδιάσπασης, στο οποίο τα κόμματα –κατά την εκτίμησή του– δεν συγκλίνουν ούτε προγραμματικά ούτε πολιτικά.

Στο ίδιο πλαίσιο, όταν ερωτήθηκε για τον Αλέξη Τσίπρα, ο κ. Δρυμιώτης εμφανίστηκε απορριπτικός: «Για όνομα του Θεού. Έχει διατελέσει πρωθυπουργός που απέτυχε και παραδέχθηκε ότι μας φόρτωσε με δισ. χρέους». Προέβλεψε, μάλιστα, ότι «αν κατέβει θα πάρει 10%-12%», εκτίμηση που επιχειρεί να αποτυπώσει ένα σχετικά σταθερό, αλλά περιορισμένο ακροατήριο. Για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Νίκο Ανδρουλάκη σχολίασε ότι έχει μείνει «παγωτό», με την αιχμή ότι «ψαρεύει μια λίμνη που δεν έχει ψάρια», υποστηρίζοντας ότι η διεύρυνση προς τα αριστερά «καταρρέει» και πως «η νίκη έρχεται από το κέντρο». Όσο για τη Μαρία Καρυστιανού, εκτίμησε ότι τα ποσοστά που ακούγονται δεν είναι εύκολα αναπαραγώγιμα στην πράξη, σημειώνοντας πως «δεν θα πάρει 19%», καθώς «ένα κόμμα αποτελείται από τον αρχηγό, τους συνεργάτες του και το πρόγραμμά του».

Ο κ. Δρυμιώτης επανήλθε και στο διαχρονικό ζήτημα της αξιοπιστίας των δημοσκοπήσεων, επικαλούμενος την εμπειρία της προεκλογικής περιόδου του 2023. Με αφορμή 19 δημοσκοπήσεις του Μαρτίου–Απριλίου–Μαΐου εκείνης της χρονιάς, θύμισε ότι ο μέσος όρος για τη ΝΔ ήταν 35,7% και το τελικό αποτέλεσμα έφτασε το 40,8%, ενώ για τον Αλέξη Τσίπρα ο μέσος όρος ήταν 29% αλλά η κάλπη κατέγραψε 21%. Το συμπέρασμα που έβγαλε ήταν σαφές: «Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τάσεις και όχι αποτέλεσμα. Οι άνθρωποι στις δημοσκοπήσεις απαντούν χαλαρά ενώ στην κάλπη γίνεται πιο συντηρητικός».

Αυτή η προσέγγιση συνδέεται με το κλίμα που περιγράφουν οι νέες μετρήσεις: από τη μία μια κυβέρνηση που διατηρεί καθαρό προβάδισμα και από την άλλη μια αντιπολίτευση σε συνθήκες έντονης ρευστότητας. Σύμφωνα με την εικόνα που μεταφέρεται από τις δημοσκοπικές τάσεις, η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να κινείται γύρω από το 30% έως 31%, εμφανίζοντας ήπια ανοδική πορεία σε σχέση με τις αρχές του έτους. Στο επίκεντρο αυτής της δυναμικής τοποθετείται η μεταβολή της στάσης των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, όπου το Μέγαρο Μαξίμου καταγράφει –κατά τις εκτιμήσεις– αισθητή βελτίωση. Η εξήγηση που προβάλλεται είναι ότι οι αυξήσεις που είδαν εργαζόμενοι στο τέλος Ιανουαρίου, λόγω της μείωσης φορολογικών συντελεστών, ενίσχυσαν την εικόνα μιας κυβέρνησης που επιχειρεί μόνιμες παρεμβάσεις στήριξης. Το συμπέρασμα παραμένει κλασικό αλλά κρίσιμο: η οικονομική καθημερινότητα εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικό κριτήριο ψήφου, συχνά ισχυρότερο από θεσμικές εξαγγελίες και πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Την ίδια στιγμή, το πιο ενδιαφέρον νήμα στις νέες μετρήσεις δεν βρίσκεται στην «κορυφή», αλλά στη «δεύτερη θέση», όπου καταγράφεται ένα ντέρμπι με πολλούς διεκδικητές και διαφορές που συχνά κινούνται στα όρια του στατιστικού λάθους. Σε ανεπίσημες μετρήσεις, η Μαρία Καρυστιανού εμφανίζεται να διατηρεί τη δεύτερη θέση με περίπου 14%, ωστόσο καταγράφονται ενδείξεις κόπωσης τόσο στη δημοφιλία όσο και στη δυνητική της απήχηση. Σε μικρή απόσταση ακολουθεί ο Αλέξης Τσίπρας με 12,5%, παρουσιάζοντας μια αξιοσημείωτη σταθερότητα που «μπετονάρει» –όπως περιγράφεται– ένα συγκεκριμένο ακροατήριο. Πιο κάτω, ο Νίκος Ανδρουλάκης και η Ζωή Κωνσταντοπούλου κινούνται επίσης κοντά, με αναφορές ότι η Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζει απώλειες που μεταφράζονται σε πιο οξεία αντιπολιτευτική ρητορική. Η μεγάλη εικόνα είναι πως το εκλογικό σώμα δείχνει να μετακινείται με ταχύτητα, με αποτέλεσμα οποιοσδήποτε από τους «διεκδικητές» να μπορεί σε σύντομο χρόνο να βρεθεί από τη δεύτερη θέση στην πέμπτη και το αντίστροφο, ανάλογα με τις εξελίξεις της επικαιρότητας.

Παρ’ όλα αυτά, οι μετρήσεις καταγράφουν και «εστίες προβλήματος» για την κυβέρνηση. Ένα από τα πιο επίμονα αγκάθια εμφανίζεται στον αγροτικό πληθυσμό, όπου η δυσαρέσκεια δεν δείχνει εύκολα σημάδια αποκλιμάκωσης. Σε ένα περιβάλλον όπου η ΝΔ εμφανίζει βελτιωμένη εικόνα στα αστικά κέντρα και στους μισθωτούς, η επιμονή της αρνητικής στάσης σε τμήματα του πρωτογενούς τομέα λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η κοινωνική γεωγραφία της ψήφου παραμένει σύνθετη.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να «δέσει» την πολιτική αφήγηση της κυβέρνησης με το δίλημμα της σταθερότητας ενόψει 2027, στέλνοντας ταυτόχρονα μήνυμα συσπείρωσης και εκλογικής ετοιμότητας. Από την εκδήλωση της ΝΔ για την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της Γραμματείας Οργανωτικού, ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το επόμενο διάστημα καθοριστικό: «Αυτή η χρονιά πριν τις εκλογές θα καθορίσει την πορεία της πατρίδας στα αβέβαια χρόνια που έρχονται», τόνισε, προβάλλοντας την πολιτική σταθερότητα ως «εθνικό πλεονέκτημα» και την ομαλότητα ως «εφαλτήριο προόδου». Το κεντρικό ερώτημα που –όπως προανήγγειλε– θα τεθεί στις εκλογές του 2027 διατυπώθηκε σε μορφή διλήμματος: «Θα παραμείνει η Ελλάδα ασφαλής, ισχυρή και σταθερή σε μια τροχιά προόδου ή θα ρισκάρει τις κατακτήσεις της για να μετατραπεί σε ένα ακυβέρνητο καράβι μέσα σε αχαρτογράφητα διεθνή νερά;».

Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης ανέπτυξε το αφήγημα μιας ΝΔ που –όπως είπε– είναι «βαθιά πατριωτική» δύναμη, συνδέοντας τον «πατριωτισμό» με συγκεκριμένες αναφορές: Rafale, F-35, την πρώτη Belharra, τον «Κίμωνα» που κατέπλευσε στον ναύσταθμο της Σαλαμίνας, τα 12 μίλια στο Ιόνιο, τον προσδιορισμό θαλάσσιων πάρκων, αλλά και τις έρευνες για κοιτάσματα στις ελληνικές θάλασσες. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, επίσης, στη γεωπολιτική διάσταση της ανάδειξης της χώρας σε ενεργειακό κόμβο, αναφέροντας ότι υποδέχθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου τους υπεύθυνους της Chevron για τις πρώτες υπογραφές μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και της κοινοπραξίας Chevron–Helleniq Energy για έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Πελοποννήσου και νοτίως της Κρήτης.

Στην οικονομία, ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι το αυξημένο κόστος ζωής είναι κορυφαίο ζήτημα και υποστήριξε ότι δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά πανευρωπαϊκή πρόκληση. Αντιπαρέβαλε, όμως, τη στάση άλλων κυβερνήσεων που –όπως είπε– κινούνται υπό δημοσιονομική πίεση προς περικοπές, προβάλλοντας ως επιλογή της κυβέρνησης την αναβάθμιση των αποδοχών «ως ανάχωμα» στις ανατιμήσεις, καθώς και μέτρα όπως «η επιστροφή ενός ενοικίου πίσω σε όλους τους ενοικιαστές» απέναντι στις αυξήσεις των ενοικίων. Στο πολιτικό πεδίο, η κριτική στην αντιπολίτευση ήταν μετωπική: την χαρακτήρισε «αλλοπρόσαλλη», με «κοινό τόπο το ψέμα και την καταστροφολογία», ενώ μίλησε για ένα σκηνικό όπου «ξέρουν τι δεν θέλουν, όχι τι θέλουν» και «ενώνονται μόνο κατά της κυβέρνησης».

Στο «διά ταύτα» των δημοσκοπήσεων, ενδεικτική παρουσιάζεται και η μέτρηση της GPO, η οποία αποτυπώνει –σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται– τη ΝΔ ως «αδιαφιλονίκητη νικήτρια» και τη μόνη δύναμη που μπορεί να αποτελεί πυλώνα διακυβέρνησης. Στην εκτίμηση ψήφου με αναγωγή στα έγκυρα, η ΝΔ εμφανίζεται στο 30,1%, με το δεύτερο ΠΑΣΟΚ στο 13,2% και διαφορά 16,9 μονάδων. Τρίτη καταγράφεται η Πλεύση Ελευθερίας με 11,1%, ενώ ακολουθεί η Ελληνική Λύση. Παράλληλα, σημειώνεται ότι τα «κυοφορούμενα» κόμματα του κ. Τσίπρα και της κας Καρυστιανού εμφανίζουν στασιμότητα ή μείωση και «σε καμία περίπτωση δεν απειλούν την πρωτοκαθεδρία της ΝΔ».

Συνολικά, η εικόνα που σχηματίζεται είναι διπλή: μια κυβέρνηση που επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει οικονομικές παρεμβάσεις και την ανάγκη σταθερότητας σε ένα ταραγμένο διεθνές περιβάλλον, και μια αντιπολίτευση που, παρά τις επιμέρους εξάρσεις, δεν έχει καταφέρει να δώσει ενιαία απάντηση στο ερώτημα της εναλλακτικής διακυβέρνησης. Με τη μάχη της δεύτερης θέσης να παραμένει ανοιχτή και τη ρευστότητα να λειτουργεί σαν μόνιμο υπόστρωμα, το πολιτικό σκηνικό παραμένει «εύθραυστο», ενώ όλα δείχνουν ότι η προεκλογική περίοδος –τυπική ή άτυπη– έχει ήδη ξεκινήσει να διαμορφώνει στρατηγικές, διλήμματα και γραμμές αντιπαράθεσης, πολύ πριν στηθούν οι κάλπες του 2027.

Ποια είναι η αντίδρασή σας;

Μου αρέσει Μου αρέσει 0
Μη Αγαπημένο Μη Αγαπημένο 0
Αγάπη Αγάπη 0
Αστείο Αστείο 0
Θυμωμένος Θυμωμένος 0
Λυπημένος Λυπημένος 0
Ουάου Ουάου 0