Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ: Η ιστορικός που δεν χωρούσε σε ταμπέλες
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έφυγε τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026, σε ηλικία 99 ετών, αφήνοντας πίσω της κάτι πολύ περισσότερο από ένα εντυπωσιακό βιογραφικό. Έκλεισε ένας κύκλος σχεδόν ενός αιώνα, μέσα στον οποίο μια Ελληνίδα από μια ταπεινή αθηναϊκή γειτονιά κατάφερε να γίνει διεθνές σημείο αναφοράς της βυζαντινολογίας, να σταθεί στην κορυφή της Σορβόννης και να μετατρέψει το Βυζάντιο από «παρεξηγημένο» ή «σκοτεινό» κεφάλαιο σε κλειδί για την κατανόηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Η απώλειά της δεν αφορά μόνο τον ακαδημαϊκό κόσμο· αφορά έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης: την επιμονή στη γνώση, την ιστορική ακρίβεια, τη δυσανεξία στα στερεότυπα και μια δημόσια παρουσία που δεν δίσταζε να μιλά με καθαρό, συχνά αιχμηρό λόγο, χωρίς να κάνει εκπτώσεις σε ευκολίες.
Οι τελευταίες ώρες της ζωής της περιγράφηκαν ως δύσκολες, με την υγεία της να επιβαρύνεται σημαντικά μέσα στο τελευταίο 24ωρο. Όμως η εικόνα που μένει δεν είναι της φθοράς. Είναι της διάρκειας: μιας γυναίκας που έμεινε πνευματικά ενεργή, παρούσα και απαιτητική μέχρι τέλους. Η Πολιτεία αποφάσισε η κηδεία της να τελεστεί δημοσία δαπάνη, ενώ έχει γίνει γνωστό ότι η εξόδιος ακολουθία προγραμματίζεται για το μεσημέρι της Παρασκευής στη Μητρόπολη Αθηνών, με τη σορό της να τίθεται νωρίτερα σε λαϊκό προσκύνημα. Είναι ένας θεσμικός αποχαιρετισμός που αντανακλά κάτι ουσιαστικό: ότι η Αρβελέρ δεν υπήρξε απλώς μια σπουδαία πανεπιστημιακός, αλλά μια μορφή που συνέδεσε την ελληνική διανόηση με το ευρωπαϊκό κέντρο αποφάσεων, ιδεών και επιστημονικής παραγωγής.
Γεννημένη στην Αθήνα το 1926, κόρη προσφύγων από τη Μικρά Ασία, κουβαλούσε από τα πρώτα της χρόνια τη σκληρότητα της εποχής και μαζί την αίσθηση ότι η ζωή, για να προχωρήσει, χρειάζεται πείσμα. Το σπίτι των παιδικών της χρόνων στον Βύρωνα δεν είχε πολυτέλειες· είχε όμως ανθρώπινο «αναβρασμό», πολλά αδέλφια, μια καθημερινότητα στριμωγμένη, που συχνά γίνεται σχολείο επιμονής. Έμαθε να διαβάζει νωρίς, πριν καλά-καλά πάει σχολείο, ακούγοντας τα αδέλφια της. Αυτή η λεπτομέρεια –μια σχεδόν σιωπηλή κληρονομιά οικογενειακής προσπάθειας– δεν είναι περιφερειακή: δείχνει πώς η γνώση μπήκε στη ζωή της όχι ως «προνόμιο», αλλά ως διέξοδος.
Η Κατοχή και όσα ακολούθησαν σημάδεψαν τον χαρακτήρα της. Η ίδια θεωρούσε κομβικά τα οδυνηρά βιώματα εκείνων των χρόνων και τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, μέσα από τις τάξεις της ΕΠΟΝ. Από εκεί προκύπτει και μια κεντρική της εμμονή: η αυτογνωσία ως ηθικό καθήκον. Έλεγε συχνά ότι η πιο ανήθικη πράξη είναι η έλλειψη αυτογνωσίας και ότι το «γνώθι σαυτόν» δεν είναι ωραίο ρητό, αλλά πυξίδα ζωής, δύσκολη και απαιτητική. Ακόμη και όταν μιλούσε για τις προσωπικές της φοβίες, το έκανε με τρόπο που δεν ζητούσε συμπάθεια: έλεγε ότι πάλευε να μη φανούν σε κανέναν, να σταθεί απέναντί τους και να μην την «πάρουν από κάτω». Αυτή η εσωτερική πειθαρχία εξηγεί πολλά για τη μετέπειτα παρουσία της: για το πώς μπορούσε να είναι ταυτόχρονα δημόσια δυναμική και ιδιωτικά συγκρατημένη, πεισματικά εργατική και σχεδόν αδιάφορη για την αυτοπροβολή.
Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η επίδοσή της ήταν υψηλή, η φιλοπονία δεδομένη. Έζησε τα φοιτητικά χρόνια με ένταση, διάβασμα, μια νεανική κοινωνικότητα που δεν περιοριζόταν στα στενά όρια της σχολής. Σε αφηγήσεις που έχουν διασωθεί, εμφανίζεται ως νέα γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα, με πάθος για συζήτηση, με μια αγάπη για την πνευματική άσκηση – ακόμη και για «παιχνίδια» μυαλού, όπως το σκάκι, που την ακολουθούσε σαν μικρή καθημερινή πειθαρχία.
Το μεγάλο άλμα ήρθε το 1953, όταν αποφάσισε να φύγει για το Παρίσι. Ήταν μια επιλογή που δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο ως «σπουδές στο εξωτερικό». Ήταν και μια έξοδος προς έναν χώρο όπου μπορούσε να αναπνεύσει επιστημονικά σε μια εποχή που, στην Ελλάδα, οι γυναίκες δεν είχαν καν πρόσβαση σε ορισμένες διαδρομές – όπως στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Στη Γαλλία συνέχισε τις σπουδές της και αφοσιώθηκε στην έρευνα με τρόπο σχεδόν ασκητικό: βυθίστηκε στις πηγές, στους χρονικογράφους, στις επιγραφές, στα τεκμήρια που απαιτούν αντοχή και ακρίβεια, όχι έμπνευση της στιγμής. Η βυζαντινή ιστορία, για την Αρβελέρ, δεν ήταν ποτέ «θρύλος». Ήταν διοίκηση, θεσμοί, κοινωνία, οικονομία, γεωπολιτική, πολιτισμός. Ήταν ένα σύστημα εξουσίας και μια ιστορία ανθρώπων, όχι ένα μουσείο από χρυσά ψηφιδωτά.
Η επιστημονική της καταξίωση στηρίχθηκε σε έργο που θεωρήθηκε σημείο αναφοράς. Η διδακτορική της εργασία –με αντικείμενο τη διοίκηση του Βυζαντίου στη Μικρά Ασία– ανέδειξε δομές, μηχανισμούς, πολιτικές λειτουργίες σε έναν κρίσιμο γεωγραφικό χώρο. Το όνομά της άρχισε να αποκτά βάρος στη διεθνή βιβλιογραφία, όχι επειδή ήταν «εξωτική» περίπτωση Ελληνίδας στο Παρίσι, αλλά επειδή δούλευε με αυστηρότητα και πληρότητα, με μια συνολική ματιά που συνέδεε τα μικρά τεκμήρια με τη μεγάλη εικόνα.
Στο Παρίσι γνώρισε τον Ζακ Αρβελέρ, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1958 και απέκτησαν μία κόρη, τη Μαρί-Ελέν. Εκείνη η πλευρά της ζωής της –η οικογένεια, η καθημερινότητα– δεν παρουσιάστηκε ποτέ ως αντίπαλο δέος της επιστήμης, αλλά ως κάτι που προχωρούσε μαζί της. Υπάρχει, άλλωστε, μια σχεδόν κινηματογραφική λεπτομέρεια που συχνά συνοδεύει τη βιογραφία της: όταν παρέδωσε μια κομβική της διατριβή ήταν εννέα μηνών έγκυος και την επόμενη ημέρα γέννησε. Αυτή η σύμπτωση δεν είναι απλό «στιγμιότυπο». Είναι η εικόνα μιας γυναίκας που δεν έβαλε τη ζωή και τη γνώση σε σειρά προτεραιότητας, αλλά τις κουβάλησε παράλληλα, με το κόστος και τη χαρά που αυτό συνεπάγεται. Ο σύζυγός της έφυγε από τη ζωή το 2010, γεγονός που επηρέασε –όπως συμβαίνει συχνά– και τη γεωγραφία της ύπαρξής της, με την Ελλάδα να γίνεται σταδιακά πιο μόνιμος τόπος παρουσίας.
Η ακαδημαϊκή της εξέλιξη υπήρξε εντυπωσιακή και ιστορική. Το 1967 έγινε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας στη Σορβόννη. Και το 1976 εξελέγη πρύτανης του Paris I Panthéon-Sorbonne, η πρώτη γυναίκα πρύτανης στα 700 χρόνια ιστορίας του ιδρύματος. Πρόκειται για ορόσημα που δεν αφορούν μόνο την προσωπική της επιτυχία. Αφορούν την ίδια τη μετακίνηση ενός θεσμού: το πανεπιστήμιο, σύμβολο παράδοσης και ιεραρχίας, αναγκάστηκε να αναγνωρίσει μια γυναίκα όχι ως εξαίρεση, αλλά ως δύναμη κύρους. Η ίδια, όταν μιλούσε για αυτά, δεν τα παρουσίαζε σαν θρίαμβο «φεμινιστικού» τύπου. Τα παρουσίαζε σαν αποτέλεσμα δουλειάς, επιμονής, παραγωγής. Και συχνά επέμενε σε μια βασική αρχή διοίκησης: να μη στέλνει άλλους «μπροστά» αντί για την ίδια, να μη κρύβεται πίσω από γραμματείς ή βοηθούς, να αντιμετωπίζει η ίδια τον θεσμό με «πρόσωπο σπαθί», όπως έλεγε – μια φράση που έμοιαζε με πατρική παρακαταθήκη.
Όμως το πραγματικό μέγεθος της Αρβελέρ δεν εξαντλείται στις θέσεις. Εξαπλώνεται στο πώς έβλεπε το αντικείμενό της. Για εκείνη, το Βυζάντιο δεν ήταν «παρένθεση» ανάμεσα στην αρχαιότητα και στο νεότερο κράτος. Ήταν μια μακρά ιστορία χιλίων ετών, η ιστορία του «μεσαιωνικού ελληνισμού», μιας αυτοκρατορίας που διαμόρφωσε θεσμούς, γλώσσα, εκκλησιαστική παράδοση και ευρωπαϊκή συνείδηση. Αυτή η επιμονή της να εντάσσει το Βυζάντιο στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ιστορίας –και όχι στο περιθώριο– ήταν από τα πιο καθοριστικά στοιχεία της εργογραφίας και της δημόσιας παρουσίας της. Γι’ αυτό και το έργο της διαβάστηκε διεθνώς: επειδή δεν αντιμετώπιζε το Βυζάντιο ως το «άλλο» της Ευρώπης, αλλά ως θεμέλιο της Ευρώπης.
Παράλληλα, είχε μια σχεδόν φυσική άρνηση προς τις ταμπέλες. Απεχθανόταν τις κατηγοριοποιήσεις, τους βιαστικούς που προσπαθούν να χωρέσουν έναν άνθρωπο σε ένα στρατόπεδο. Η διάσημη φράση της –ότι είναι «αριστερή» γιατί όλα περνούν από εκεί, αλλά και «δεξιά» γιατί από εκεί όλα θα φτιάξουν– επανερχόταν σαν αγκάθι σε όσους αναζητούσαν καθαρές ταυτίσεις. Δεν την έλεγε για να προκαλέσει· την έλεγε για να υπερασπιστεί την ελευθερία του νου, ειδικά όταν ο νους συνομιλεί με την ιστορία, η οποία δεν συγχωρεί μονοδιάστατες αναγνώσεις. Στο ίδιο πνεύμα έλεγε πως μια Ιστορία που διδάσκει μόνο μία λύση είναι επικίνδυνη: δεν είναι καθοδηγητικό φυλλάδιο· είναι μνήμη επιλογών, δρόμων, λαθών, συγκρούσεων.
Η δημόσια παρουσία της ξεπερνούσε τα αμφιθέατρα. Συνδιαλέχθηκε με αρχηγούς κρατών, με καλλιτέχνες, με διανοητές, κινήθηκε σε διεθνείς κύκλους όπου η Ελλάδα συχνά απουσίαζε ως «παραγωγός» ιδεών και όχι μόνο ως «θέμα». Η ίδια, αντιθέτως, ήταν μια από τις πιο αναγνωρίσιμες γέφυρες ανάμεσα στην ελληνική διανόηση και την ευρωπαϊκή πολιτισμική και πολιτική σκηνή. Τιμήθηκε με πλήθος διακρίσεων, παρασήμων και επίτιμων τίτλων, ενώ στη Γαλλία –μεταξύ άλλων– είχε βραβευτεί με τον Μεγαλόσταυρο του Εθνικού Τάγματος της Τιμής. Υπήρξε, επίσης, Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της UNICEF, δίνοντας στην παρουσία της μια διάσταση όχι μόνο επιστημονική, αλλά και δημόσια-θεσμική, με ανθρωπιστικό πρόσημο.
Οι ανθρώπινες ιστορίες γύρω από την Αρβελέρ, όσο κι αν μοιάζουν «δευτερεύουσες», είναι μέρος της γοητείας της: φωτίζουν ένα πρόσωπο που δεν ήταν μόνο ιδέες και βιβλία, αλλά βίωμα. Στα χρόνια της νεότητας, μέσα σε συνθήκες πολιτικής φόρτισης, είχε στενή παρέα με τον Μάνο Χατζιδάκι. Η ίδια διηγήθηκε αργότερα ότι έμαθε πολύ μετά –σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα– πως ο Χατζιδάκις είχε νιώσει ερωτευμένος μαζί της. Δεν της το είπε ποτέ ο ίδιος. Εκείνη έλεγε πως δεν είχε καταλάβει τίποτα τότε, πως συναντιόνταν, μιλούσαν, κι εκείνη το ζούσε ως παρέα και κοινή πνευματική αναπνοή. Κι από εκείνον κράτησε ως συμβολικό ίχνος ένα τραγούδι, μια αναφορά στο όνομά της – κάτι σαν μικρό απόσταγμα μιας εποχής που έβραζε από φόβο, τέχνη, πολιτική και νεανική ένταση.
Στην ίδια λογική, οι σχέσεις της με πολιτικές προσωπικότητες δεν είχαν τη μορφή «κολακείας» ή «αυλής». Με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, όπως έχει ειπωθεί, είχε αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης και αλληλοεκτίμησης. Εκείνη τον περιέγραφε ως «δωρικό», λιτό, σοβαρό, έναν άνθρωπο που ζητούσε γνώμη με ουσία και χωρίς ρητορεία. Με τον Φρανσουά Μιτεράν, αντίστοιχα, υπάρχουν αφηγήσεις για διαλόγους όπου η Αρβελέρ, με χιούμορ και πνευματική σπιρτάδα, μπορούσε να κάνει μια ατάκα που «έκοβε» την υπερβολή και έφερνε τη συζήτηση στην ουσία. Αυτό το χαρακτηριστικό της –να απαιτεί σαφήνεια– το έκανε και σε κείμενα: έλεγε πως για να είναι ένα κείμενο καθαρό πρέπει να είναι «μεταφράσιμο», αλλιώς κάτι δεν πάει καλά. Είναι μια φράση που δείχνει πώς σκεφτόταν: διαύγεια, ακρίβεια, όχι θόρυβος.
Η Αρβελέρ, ωστόσο, δεν ήταν άνθρωπος που φοβόταν να προκαλέσει αντιδράσεις όταν έκρινε ότι διακυβεύεται κάτι ουσιαστικό. Το 2020, όταν η Αγία Σοφία μετατράπηκε ξανά σε τζαμί, μίλησε δημόσια με πικρία και ένταση, σε συνέντευξη που έμεινε ως απόσταγμα του τρόπου της. Είπε ότι ένιωσε «ταπεινωμένη» και μίλησε για «νέα Άλωση», όχι ως υπερβολή εντυπωσιασμού, αλλά ως ιστορική αναλογία: γιατί η Αγία Σοφία, έλεγε, έχει ταυτιστεί με την ίδια την Πόλη, δεν μπορείς να σκεφτείς την Κωνσταντινούπολη χωρίς να τη δεις μπροστά σου. Η αφήγηση της παιδικής ανάμνησης –η πρώτη φορά που είδε τη μητέρα της να δακρύζει, όταν αντίκρισε το μνημείο από το πλοίο– ήταν από τις πιο δυνατές στιγμές: έδειχνε πώς η ιστορία γίνεται προσωπική μνήμη και πώς η μνήμη μπορεί να σε οδηγήσει στην επιστήμη. Εκείνη τη στιγμή, η Αρβελέρ δεν μιλούσε μόνο ως ακαδημαϊκός. Μιλούσε ως Ελληνίδα με οικογενειακή καταγωγή από την Πόλη, ως επιστήμονας που βλέπει στο μνημείο σύμβολο ιστορικής συνέχειας, ως γυναίκα που δεν ήθελε να βλέπει τα μεγάλα έργα του πολιτισμού να μετατρέπονται σε σκηνικό θριαμβολογίας.
Μέσα από αυτό το θέμα άνοιγε και το σταθερό της άγχος για την ελληνική ιστορική παιδεία. Επέμενε ότι το Βυζάντιο δεν διδάσκεται όπως πρέπει, ότι αντιμετωπίζεται σαν κάτι υποδεέστερο ή «ενδιάμεσο», ενώ είναι η μακρά ιστορία ενός ελληνισμού που δεν τελειώνει στον Περικλή και δεν ξαναρχίζει μόνο με το 1821. Με τρόπο συχνά αυστηρό –αλλά πάντα τεκμηριωμένο– έλεγε ότι είναι σκάνδαλο να μην κατανοούμε τη συνέχεια της Ρώμης, να μιλάμε μόνο για «τουρκοκρατία» και «ενετοκρατία» και να ξεχνάμε τη «ρωμαιοκρατία», να μην κατανοούμε ότι η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε εκχριστιανισμένη και εξελληνισμένη, και ότι χωρίς την Κωνσταντινούπολη δεν θα είχε διατηρηθεί με τον ίδιο τρόπο η ορθοδοξία και η γλώσσα. Αυτός ο λόγος της δεν ήταν «πατριωτική ρητορεία» του εύκολου χειροκροτήματος. Ήταν ιστορική υπενθύμιση, σχεδόν αγωνιώδης, ότι η αυτογνωσία ενός λαού δεν χτίζεται με κενά.
Το συγγραφικό της έργο –μελέτες, δοκίμια, παρεμβάσεις– κινήθηκε σε πολλά επίπεδα: από την καθαρή βυζαντινή ιστορία έως τη σχέση Ανατολής και Δύσης, την ευρωπαϊκή ιδέα, την Ελλάδα στον σύγχρονο κόσμο. Η γραφή της μπορούσε να είναι επιστημονικά αυστηρή, αλλά ο δημόσιος λόγος της ήταν ζωντανός, συχνά αιχμηρός, πάντοτε ευθύς. Δεν ανεχόταν τις ευκολίες. Δεν αγαπούσε τα μεγάλα λόγια χωρίς περιεχόμενο. Και γι’ αυτό, ακόμη και όσοι διαφωνούσαν μαζί της, αναγνώριζαν ότι η παρουσία της σήμαινε κάτι: ότι η γνώση μπορεί να έχει φωνή, ότι η επιστήμη δεν χρειάζεται να είναι κλεισμένη σε γυάλα.
Αυτό που μένει, τελικά, είναι η εικόνα μιας γυναίκας που έζησε «πολλές ζωές σε μία», αλλά χωρίς να διαλυθεί σε εντυπώσεις. Ήταν ταυτόχρονα η μελετήτρια που κατέβαινε στις πηγές και η πρύτανης που διοικούσε έναν ιστορικό θεσμό· η Ελληνίδα που κουβαλούσε μνήμη Πόλης και η Ευρωπαία που συζητούσε ισότιμα με ηγέτες· η γυναίκα που άνοιξε δρόμους στη Σορβόννη και η δημόσια διανοούμενη που επέμενε να μιλά για το σχολείο, για τη γλώσσα, για την ιστορία, για τη θέση της Ελλάδας. Και πάνω από όλα, ήταν ένα πρόσωπο που εξηγούσε τη ζωή της με μια φράση-κανόνα, σχεδόν προσωπικό νόμο: να βγάλεις τη λέξη «αδύνατον» από το λεξιλόγιό σου. Όχι σαν αισιόδοξο σύνθημα, αλλά σαν καθημερινή άσκηση. Να έχεις τα πόδια στη γη και το βλέμμα ψηλά. Να καταλαβαίνεις ότι η ιστορία δεν είναι για να σου δίνει έτοιμες απαντήσεις, αλλά για να σε υποχρεώνει να σκέφτεσαι – και να θυμάσαι ότι όταν ένας λαός χάνει την ιστορική του αυτογνωσία, χάνει κάτι από την ηθική του υπόσταση. Αυτό είναι το πραγματικό αφιέρωμα στην Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: ότι δεν υπήρξε απλώς μια «σπουδαία Ελληνίδα». Υπήρξε μια σπουδαία μέθοδος ζωής και σκέψης, που έδειξε πώς η γνώση γίνεται δύναμη, πώς το παρελθόν γίνεται εργαλείο, πώς η ελληνικότητα μπορεί να είναι βαθιά χωρίς να είναι κλειστή, και πώς η Ευρώπη μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα όταν δεν ξεχνά το βυζαντινό της θεμέλιο.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0