Από το διαζύγιο στην ποινική έρευνα
Μια υπόθεση οικογενειακής διαφοράς που ξεκίνησε ως τυπική διαμάχη για τη διανομή περιουσίας κατέληξε να μετατραπεί σε σοβαρό ποινικό ζήτημα, με το δημόσιο συμφέρον να υπερισχύει των ιδιωτικών αξιώσεων. Σύμφωνα με το Πρώτο Θέμα, Εφετείο στη Λευκωσία ανέτρεψε απόφαση του οικογενειακού δικαστηρίου, όχι λόγω λογιστικών σφαλμάτων ή εσφαλμένης εφαρμογής αριθμών, αλλά εξαιτίας μιας κρίσιμης και κοινής παραδοχής των διαδίκων: ότι σημαντικό μέρος της περιουσίας τους δημιουργήθηκε με αδήλωτα εισοδήματα. Η υπόθεση αφορά πρώην συζύγους, τον Α.Α. και την Κ.Χ., με το οικογενειακό δικαστήριο σε πρώτο βαθμό να έχει υποχρεώσει τον Α.Α. να καταβάλει στην πρώην σύζυγό του το ποσό των 80.122 ευρώ, ως μερίδιο από αύξηση περιουσίας που υπολογίστηκε συνολικά στις 240.366 ευρώ. Το ποσό αυτό βασίστηκε στο νομοθετικό τεκμήριο του ενός τρίτου, καθώς δεν αποδείχθηκε άμεση χρηματική συνεισφορά της Κ.Χ., αλλά αναγνωρίστηκε η έμμεση συμβολή της μέσω εργασίας στον οικογενειακό συνεταιρισμό, οικογενειακής στήριξης και φροντίδας του νοικοκυριού.
Ωστόσο, στο εφετειακό στάδιο, το βάρος μετατοπίστηκε από τα περιουσιακά στοιχεία –ακίνητα, οχήματα, καταθέσεις και ασφαλιστικές συμβάσεις– στο υπόβαθρο με το οποίο αυτά αποκτήθηκαν. Κατά την εξέταση της μαρτυρίας, αναδείχθηκε κάτι που δεν είχε αξιολογηθεί ουσιαστικά πρωτοδίκως: και οι δύο διάδικοι προέβησαν σε ευθείες αναφορές σε «μαύρα» χρήματα, συνδέοντάς τα ρητά με μη καταβολή φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ. Η Κ.Χ. κατέθεσε ότι μέρος των χρημάτων που συντηρούσαν την οικογένεια και τη δραστηριότητα του συνεταιρισμού δεν δηλωνόταν, ενώ ο Α.Α. παραδέχθηκε ότι γίνονταν συστηματικές δηλώσεις χαμηλότερων εισοδημάτων, ώστε να αποφεύγονται αυξημένες φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις. Το Εφετείο σημείωσε την απουσία φορολογικών δηλώσεων και την ανεπάρκεια των στοιχείων κοινωνικών ασφαλίσεων, επισημαίνοντας ότι οι ίδιοι οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη εκτεταμένων αδήλωτων εισοδημάτων.
Σε αυτό το σημείο, η υπόθεση έπαψε να είναι απλώς οικογενειακή. Το Εφετείο έκρινε ότι η αξιοποίηση τέτοιας μαρτυρίας προσκρούει ευθέως στη δημόσια τάξη και στη θεμελιώδη αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν να παρέχουν έννομη προστασία όταν οι αξιώσεις εδράζονται σε παρανομία και καταδολίευση δημοσίων εσόδων. Όπως επισημάνθηκε, αν γινόταν αποδεκτή η διανομή περιουσίας που, κατά παραδοχή, αποκτήθηκε με φοροδιαφυγή, το Δικαστήριο θα παρείχε εμμέσως «ασυλία» σε παράνομες πρακτικές. Με αυτή τη συλλογιστική, το Εφετείο προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, τονίζοντας ότι έχει υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξέτασης της παρανομίας, ακόμη και αν κανένα από τα μέρη δεν ζητά ρητά κάτι τέτοιο. Η παραδοχή της φοροδιαφυγής δεν μπορούσε να αγνοηθεί.
Το αποτέλεσμα ήταν διπλό και οδυνηρό για αμφότερους. Η πρωτόδικη απόφαση υπέρ της Κ.Χ. ακυρώθηκε, με την ίδια να χάνει το επιδικασθέν ποσό των 80.122 ευρώ, ενώ απορρίφθηκε και η ανταπαίτηση του Α.Α. Παράλληλα, κάθε πλευρά επιβαρύνθηκε με τα δικά της δικαστικά έξοδα, τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό. Το πλέον καθοριστικό στοιχείο, ωστόσο, βρίσκεται στο τέλος της απόφασης: το Εφετείο παρέπεμψε τα ευρήματα της υπόθεσης στον Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκειμένου να εξεταστεί το ενδεχόμενο ποινικών αδικημάτων. Πλέον, οι πρώην σύζυγοι δεν κινδυνεύουν μόνο να χάσουν την περιουσία που διεκδικούσαν, αλλά και να βρεθούν αντιμέτωποι με πρόστιμα, αναδρομικούς φόρους και ενδεχόμενες ποινικές συνέπειες.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0