Τροπολογία Κεφαλογιάννη για συνεπιμέλεια: «Ρύθμιση υπέρ των πολιτών»
Η κατάθεση και ψήφιση της επίμαχης τροπολογίας για την επιμέλεια των τέκνων δεν θα είχε προκαλέσει ευρύτερο πολιτικό θόρυβο, αν δεν συνέπιπτε χρονικά, θεσμικά και συμβολικά με μια προσωπική δικαστική υπόθεση κορυφαίου κυβερνητικού στελέχους. Από τη στιγμή που έγινε γνωστό ότι η πρώτη που έκανε χρήση της νέας διάταξης ήταν η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη, τα ερωτήματα έπαψαν να είναι στενά νομικά και μετατράπηκαν σε ζήτημα πολιτικής ηθικής, διαφάνειας και θεσμικής ευαισθησίας. Η τροπολογία κατατέθηκε στις 19 Δεκεμβρίου, με τη μορφή του κατεπείγοντος, και ενσωματώθηκε σε νομοσχέδιο που αφορούσε τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Προβλέπει ότι σε υποθέσεις γονικής μέριμνας και επιμέλειας ανηλίκων, ο γονέας που διαφωνεί με πρωτόδικη απόφαση δεν περιορίζεται πλέον αποκλειστικά στην έφεση, αλλά μπορεί να προσφύγει εκ νέου στο πρωτοδικείο, ζητώντας ουσιαστικά επανάκριση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό, πριν την κρίση του εφετείου.
Μέχρι τώρα, η έννομη τάξη προέβλεπε ότι ο γονέας που διαφωνεί με πρωτόδικη απόφαση επιμέλειας ασκεί έφεση και αναμένει την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ο Αστικός Κώδικας, μέσω του άρθρου 1536, επέτρεπε τροποποιήσεις μόνο σε περιπτώσεις που αφορούσαν άμεσα την ασφάλεια ή τη φροντίδα του παιδιού, ενώ η νομολογία απέφευγε την επαναλαμβανόμενη δικαστική ταλαιπωρία. Παράλληλα, με τον νόμο 4800/2021, είχε ενισχυθεί η κατεύθυνση της συνεπιμέλειας και της ουσιαστικότερης συμμετοχής και των δύο γονέων μετά το διαζύγιο. Η νέα ρύθμιση, ωστόσο, εισάγει μια θεμελιώδη διαφοροποίηση: δίνει τη δυνατότητα προσωρινής αναστολής ή επαναξιολόγησης της πρωτόδικης κρίσης, με κριτήριο –όπως τονίζεται– το συμφέρον του παιδιού.
Σε καθαρά νομικό επίπεδο, το επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι επεκτείνεται στα οικογενειακά δικαστήρια ένα δικαίωμα που ήδη ισχύει για άλλες κατηγορίες υποθέσεων. Η συζήτηση όμως εκτροχιάστηκε πολιτικά όταν έγινε γνωστό ότι η Όλγα Κεφαλογιάννη προσέφυγε πρώτη στη νέα διάταξη, λίγες μόλις ημέρες μετά την απώλεια της αποκλειστικής επιμέλειας των παιδιών της, στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης με τον πρώην σύζυγό της, Μίνω Μάτσα. Η χρονική εγγύτητα δημιούργησε την εικόνα μιας ρύθμισης «κομμένης και ραμμένης» για συγκεκριμένη υπόθεση, ανεξαρτήτως του αν αυτό μπορεί να αποδειχθεί νομικά. Η πλευρά Μάτσα αντέδρασε με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο, μέσω εξωδίκου που δεν περιορίζεται σε νομικά επιχειρήματα, αλλά θέτει ευθέως ζητήματα ηθικής και πολιτικής δεοντολογίας. Στο κείμενο γίνεται λόγος για «καταπληκτική σύμπτωση» ανάμεσα στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και την ψήφιση της τροπολογίας, ενώ επισημαίνεται ότι το γεγονός πως η υπουργός έσπευσε πρώτη να κάνει χρήση της διάταξης «την εκθέτει ανεπανόρθωτα ηθικά και πολιτικά». Ιδιαίτερα βαρύ είναι το σημείο όπου υπογραμμίζεται η υποψία εργαλειοποίησης της νομοθετικής εξουσίας για την ανατροπή δικαστικών αποφάσεων, ακόμη κι αν αυτό δεν αποδεικνύεται ευθέως.
Στο πολιτικό παρασκήνιο, η υπόθεση αντιμετωπίστηκε ως επικοινωνιακό αυτογκόλ. Η επιλογή να ενσωματωθεί μια τόσο ευαίσθητη ρύθμιση σε άσχετο νομοσχέδιο, με επίκληση του κατεπείγοντος, ενίσχυσε την καχυποψία. Όπως σχολιάστηκε ευρέως, ακόμη κι αν η διάταξη δεν είναι φωτογραφική, η διαχείρισή της εμφανίζεται πρόχειρη και ενισχύει την ήδη εύθραυστη εμπιστοσύνη των πολιτών σε ζητήματα διαφάνειας και θεσμικής ουδετερότητας.
Η απάντηση Φλωρίδη: «Ρύθμιση υπέρ των πολιτών»
Απέναντι σε αυτή τη θύελλα, ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης ανέλαβε να δώσει θεσμικές διευκρινίσεις. Μιλώντας δημόσια, τόνισε ότι η ρύθμιση δεν εισάγει επανάκριση αυθαίρετα, αλλά τη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την κρίση του εφετείου, «όπως συμβαίνει εδώ και δεκαετίες σε άλλες δικαστικές υποθέσεις». Υπογράμμισε ότι η απόφαση για την αναστολή λαμβάνεται αποκλειστικά από το δικαστήριο, μετά από ακρόαση και των δύο γονέων, και δεσμεύεται μόνο από το συμφέρον του παιδιού. Παράλληλα, επισήμανε ότι η διάταξη ψηφίστηκε από 180 βουλευτές, εξασφαλίζοντας την ανοχή των δύο τρίτων της Βουλής, γεγονός που –κατά τον ίδιο– αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για αυθαίρετη ή μονομερή επιλογή. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη διαδικασία: οι διατάξεις του υπουργείου Δικαιοσύνης, όπως είπε, ενσωματώθηκαν εξαρχής στο νομοσχέδιο, συζητήθηκαν σε τέσσερις συνεδριάσεις επιτροπών και σε διήμερη ολομέλεια, χωρίς να υπάρξουν ενστάσεις για το συγκεκριμένο άρθρο.
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος σε δημόσια ανάρτησή του απέρριψε κατηγορηματικά τον όρο «φωτογραφική τροπολογία». Υποστήριξε ότι τηρήθηκε πλήρως η κοινοβουλευτική διαδικασία και ότι κανένας υπουργός δεν στερείται πολιτικών ή αστικών δικαιωμάτων επειδή κατέχει αξίωμα. «Δεν θα επέτρεπε ποτέ αυτή η κυβέρνηση να συμβεί κάτι τέτοιο για κανέναν μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Λοιπόν ως προς το επίμαχο θέμα που προέκυψε χθες το βράδυ και προκάλεσε δικαιολογημένη ανησυχία στους πολίτες. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης απέδειξε προ ολίγου του @OpenNewsGr ότι:
Α) δεν υπήρξε καμμία άσχετη νυκτερινή ή πρωινή τροπολογία αλλά διαδικασία κανονικής νομοθέτησης 8…— Άδωνις Γεωργιάδης (@AdonisGeorgiadi) January 23, 2026
Πίσω από τις νομικές λεπτομέρειες και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, το ζήτημα αγγίζει έναν βαθύτερο πυρήνα: την εμπιστοσύνη στη διάκριση των εξουσιών. Ακόμη και αν η ρύθμιση είναι θεσμικά ορθή και εφαρμόσιμη σε όλους, η σύμπτωση χρόνου και προσώπων δημιουργεί ένα φορτίο που δεν αντιμετωπίζεται μόνο με τεχνικές εξηγήσεις. Σε υποθέσεις που αφορούν παιδιά, οικογένειες και δικαστικές αποφάσεις, η πολιτεία δεν κρίνεται μόνο από το γράμμα του νόμου, αλλά και από την αίσθηση δικαιοσύνης που εκπέμπει. Αν λοιπόν αξίζει κάτι να θέσουμε επί τάπητος, είναι αν η κυβέρνηση κατάφερε –ή απέτυχε– να προστατεύσει τον θεσμό της νομοθέτησης από τη σκιά της προσωπικής σκοπιμότητας. Και αυτή η σκιά, ανεξαρτήτως προθέσεων, δείχνει να παραμένει.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0