Τραμπ – Ιράν: Ο Λευκός Οίκος «ζυγίζει» πλήγματα και οικονομικό στραγγαλισμό

Ιαν 13, 2026 - 10:05
 0
Τραμπ – Ιράν: Ο Λευκός Οίκος «ζυγίζει» πλήγματα και οικονομικό στραγγαλισμό

Στην Ουάσιγκτον διαμορφώνεται ένα σκηνικό υψηλής έντασης, όπου η διπλωματία εμφανίζεται ως «πρώτη επιλογή» στα λόγια, αλλά η στρατιωτική κλιμάκωση παραμένει ενεργό –και καθόλου θεωρητικό– ενδεχόμενο. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, εξετάζει ταυτόχρονα δύο διαδρομές: μια προσπάθεια πολιτικής προσέγγισης με την Τεχεράνη και, παράλληλα, ένα πακέτο στρατιωτικών επιλογών που θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί ως «απάντηση» στην αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων στο εσωτερικό του Ιράν.

Το Πεντάγωνο, όπως μεταφέρεται από κύκλους με γνώση των ενημερώσεων προς τον Λευκό Οίκο, έχει παρουσιάσει στον πρόεδρο ένα ευρύτερο φάσμα σεναρίων από εκείνο που είχε γίνει έως τώρα ορατό στη δημόσια συζήτηση. Στο τραπέζι δεν βρίσκονται μόνο νέα πλήγματα σε υποδομές που σχετίζονται με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα –μετά τα αμερικανικά αεροπορικά χτυπήματα του Ιουνίου– αλλά και στόχοι που συνδέονται με το βαλλιστικό πυραυλικό πρόγραμμα, ένα πεδίο που θεωρείται κομβικό για την αποτρεπτική ισχύ της Ισλαμικής Δημοκρατίας και, ταυτόχρονα, για τις ισορροπίες ασφαλείας στην περιοχή.

Παρά τη βαρύτητα των «μεγάλων» επιλογών, οι ίδιες πηγές αποτυπώνουν ως πιθανότερα τα πιο περιορισμένα σενάρια: μια εκτεταμένη κυβερνοεπιχείρηση που θα μπορούσε να παραλύσει κρίσιμες δομές, ή ένα στοχευμένο πλήγμα κατά του εσωτερικού μηχανισμού ασφαλείας, που –κατά τις αμερικανικές περιγραφές– χρησιμοποιεί πραγματικά πυρά εναντίον διαδηλωτών. Το σήμα που εκπέμπεται είναι ότι οι ΗΠΑ θέλουν να διατηρήσουν το δικαίωμα κλιμάκωσης χωρίς να δεσμεύονται χρονικά για άμεση δράση, αναγνωρίζοντας όμως ρητά ότι οποιαδήποτε κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει σφοδρή ιρανική αντίδραση.

Κεντρικό ρόλο στη «γραμμή» του Λευκού Οίκου αναλαμβάνει η εκπρόσωπος Τύπου Καρολάιν Λέβιτ, η οποία επιχειρεί να κρατήσει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην απειλή και στην πολιτική διέξοδο. Τα αεροπορικά πλήγματα, λέει, αποτελούν «μία από τις πολλές επιλογές», αλλά η διπλωματία παρουσιάζεται ως η σταθερή αφετηρία του προέδρου. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, υπογραμμίζεται πως τα δημόσια μηνύματα της Τεχεράνης απέχουν αισθητά από όσα, κατά την Ουάσιγκτον, διακινούνται ιδιωτικά σε παρασκηνιακούς διαύλους – μια διατύπωση που, στην πράξη, λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο: δείχνει προς το εσωτερικό κοινό ότι «υπάρχει γραμμή επικοινωνίας», αλλά και προς το Ιράν ότι ο Λευκός Οίκος θεωρεί την επίσημη ρητορική του καθεστώτος μάλλον τακτική παρά πραγματική στάση.

Το ζήτημα, ωστόσο, παίρνει χαρακτήρα «κόκκινης γραμμής» με αφετηρία τους νεκρούς διαδηλωτές. Ο Τραμπ αφήνει να εννοηθεί ότι η χρήση θανατηφόρας βίας από το ιρανικό κράτος απέναντι στο πλήθος αποτελεί το όριο πέρα από το οποίο οι ΗΠΑ αισθάνονται ότι μπορούν να δικαιολογήσουν σκληρότερη εμπλοκή. Η διατύπωση αυτή δεν είναι ουδέτερη: μετατρέπει μια εσωτερική κρίση του Ιράν σε παράμετρο εθνικής ασφάλειας και, ταυτόχρονα, σε πεδίο πολιτικής νομιμοποίησης για μια ενδεχόμενη παρέμβαση.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αιφνιδιαστική απειλή για δασμό 25% σε «κάθε» χώρα που συναλλάσσεται ταυτόχρονα με τις ΗΠΑ και με το Ιράν. Πρόκειται για ένα μήνυμα οικονομικής περικύκλωσης που στοχεύει όχι μόνο την Τεχεράνη, αλλά κυρίως το περιβάλλον της: τους αγοραστές ιρανικού πετρελαίου, τους εμπορικούς εταίρους και όσους μπορούν να κρατούν ανοιχτές τις στρόφιγγες χρηματοδότησης μιας οικονομίας υπό πίεση. Ταυτόχρονα, όμως, η εξαγγελία αφήνει θολά ερωτήματα για τον τρόπο εφαρμογής της, το εύρος της και το κατά πόσο μια τόσο επιθετική δευτερογενής πίεση μπορεί να «χωρέσει» χωρίς κόστος στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με μεγάλους παίκτες – ιδιαίτερα με την Κίνα, που παραμένει ο σημαντικότερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και κρίσιμος συνομιλητής των ΗΠΑ σε ένα ήδη ευαίσθητο εμπορικό πεδίο.

Στο εσωτερικό του Ιράν, ο χρόνος κυλά διαφορετικά: με μπλακάουτ στο διαδίκτυο, περιορισμούς στις επικοινωνίες και μια προσπάθεια του καθεστώτος να ελέγξει την εικόνα και τη ροή πληροφορίας. Εδώ, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να δημιουργήσει ένα δεύτερο επίπεδο πίεσης, «σπάζοντας» την απομόνωση. Η αποκάλυψη ότι ο Τραμπ ζήτησε από τον Έλον Μασκ να εξετάσει δυνατότητα παροχής πρόσβασης μέσω Starlink δεν είναι απλώς τεχνολογική λεπτομέρεια: λειτουργεί ως πολιτικό σήμα ότι οι ΗΠΑ θέλουν να παρέμβουν και στο επικοινωνιακό πεδίο, εκεί όπου ένα αυταρχικό κράτος επιχειρεί να κόψει τις γέφυρες της κοινωνίας με τον έξω κόσμο.

Από την πλευρά της, η Τεχεράνη δείχνει να χαμηλώνει τους τόνους χωρίς να αλλάζει γραμμή. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δηλώνει «έτοιμος για πόλεμο» αλλά και «έτοιμος για διαπραγματεύσεις» – με όρους «ισότητας» και «σεβασμού». Ταυτόχρονα, επιβεβαιώνεται ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας με τον ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ παραμένουν ανοικτοί, με το Ιράν να επιχειρεί να εμφανιστεί ως πλευρά που δεν εγκατέλειψε ποτέ το τραπέζι, αλλά δεν θα δεχθεί «μονόπλευρες» συνομιλίες. Η διπλωματία εδώ λειτουργεί ως ασπίδα χρόνου: μια προσπάθεια να ανασταλεί το ενδεχόμενο επίθεσης χωρίς αναγκαστικά να παραχθεί άμεσα ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Η ουσία του αμερικανικού υπολογισμού αποτυπώνεται σε μία λέξη: αποτροπή. Όχι μόνο στρατιωτική –με τη μορφή περιορισμένων πληγμάτων ή κυβερνοεπιχειρήσεων– αλλά και πολιτική: αποτροπή της περαιτέρω αιματοχυσίας, αποτροπή ενός ανεξέλεγκτου κύκλου αναταραχής που μπορεί να διαχυθεί στην περιοχή, αποτροπή μιας εικόνας αδυναμίας των ΗΠΑ μπροστά σε μια κρίση που εξελίσσεται στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης.

Και κάπου εδώ βρίσκεται η πραγματική παγίδα. Αν η Τεχεράνη χρησιμοποιεί τη διπλωματική κινητικότητα για να κερδίσει χρόνο, όπως εκτιμούν Αμερικανοί αξιωματούχοι, τότε ο Λευκός Οίκος θα βρεθεί μπροστά σε ένα δίλημμα αξιοπιστίας: είτε θα πρέπει να αποδεχθεί ότι το «παράθυρο» των επαφών δεν οδηγεί πουθενά, είτε να μεταφράσει τις απειλές σε πράξη, με όλα τα ρίσκα που αυτό συνεπάγεται. Αντίστοιχα, μια στρατιωτική κίνηση με «συμβολικό» χαρακτήρα –ως μήνυμα προς την ηγεσία για τη βία κατά πολιτών– δεν εγγυάται ότι θα μείνει συμβολική: μπορεί να γεννήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, να μεταφέρει τη σύγκρουση σε άλλες εστίες και να ανοίξει έναν νέο κύκλο αστάθειας.

Η επόμενη ενημέρωση εθνικής ασφάλειας, οι κινήσεις στην οικονομική σκακιέρα και το αν οι παρασκηνιακές επαφές θα παράξουν απτή πρόοδο θα κρίνουν αν η κρίση θα κινηθεί προς μια ελεγχόμενη εκτόνωση ή προς ένα σενάριο που κανείς δεν θα μπορεί πλέον να «διαχειριστεί» μόνο με δηλώσεις. Σε κάθε περίπτωση, η Ουάσιγκτον δείχνει ότι δεν θέλει να επιλέξει ακόμη: κρατά τη διπλωματία ως βιτρίνα, αλλά αφήνει τις στρατιωτικές επιλογές ξεκλείδωτες.

Ποια είναι η αντίδρασή σας;

Μου αρέσει Μου αρέσει 0
Μη Αγαπημένο Μη Αγαπημένο 0
Αγάπη Αγάπη 0
Αστείο Αστείο 0
Θυμωμένος Θυμωμένος 0
Λυπημένος Λυπημένος 0
Ουάου Ουάου 0