Λειψυδρία Αττική: Οι βροχές έδωσαν χρόνο, όχι λύση
Η πρόσφατη ενίσχυση των υδάτινων αποθεμάτων της Αττικής εξαιτίας των έντονων βροχοπτώσεων προσφέρει μια σημαντική, αλλά σαφώς προσωρινή ανακούφιση στο υδροδοτικό σύστημα της πρωτεύουσας. Το βασικό μήνυμα που εκπέμπουν πλέον κυβέρνηση, επιστημονική κοινότητα και διαχειριστές του δικτύου είναι κοινό: η κρίση της λειψυδρίας δεν έχει ξεπεραστεί· απλώς έχει μετατεθεί χρονικά. Από το βήμα του Aristotelis Climate Forum, ο γενικός γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πέτρος Βαρελίδης, περιέγραψε με σαφήνεια τη συγκυρία. Οι βροχές αύξησαν τα αποθέματα και έδωσαν «ανάσα», χωρίς όμως να αλλάζουν τη συνολική εικόνα ενός συστήματος που παραμένει ευάλωτο στις παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας. Όπως τόνισε, η χώρα δεν έλυσε το πρόβλημα· απλώς κέρδισε πολύτιμο χρόνο για να προχωρήσουν έργα που απαιτούν χρόνια σχεδιασμού και υλοποίησης.
Τα στοιχεία των τεσσάρων βασικών ταμιευτήρων που τροφοδοτούν την Αττική επιβεβαιώνουν την πρόσκαιρη ανάκαμψη. Στα τέλη Φεβρουαρίου 2026, το συνολικό διαθέσιμο απόθεμα ανήλθε σε 703,6 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, παρουσιάζοντας αύξηση περίπου 36 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή αν συγκριθεί με το καλοκαίρι του 2025, όταν τα αποθέματα είχαν υποχωρήσει στα 459 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, επίπεδο που είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία για την επάρκεια ύδρευσης. Η σημερινή ανάκαμψη ξεπερνά τα 240 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, αποτυπώνοντας τη συμβολή των χειμερινών βροχοπτώσεων. Ωστόσο, οι αρμόδιοι επιμένουν ότι τα αριθμητικά δεδομένα δεν πρέπει να δημιουργούν αίσθηση ασφάλειας.
Η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ υπογραμμίζει ότι η βελτίωση δεν αλλάζει τη μακροπρόθεσμη πραγματικότητα. Ο πρόεδρος της εταιρείας, Γιώργος Στεργίου, προειδοποίησε ότι η σπανιότητα του νερού θα αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό των επόμενων δεκαετιών, επισημαίνοντας πως η σύνδεση έντονων βροχών με αυτόματη ενίσχυση των αποθεμάτων είναι συχνά παραπλανητική. Σε περιόδους ακραίων και σύντομων βροχοπτώσεων, μεγάλες ποσότητες νερού δεν μπορούν να αποθηκευτούν, καθώς υπερβαίνουν τη δυναμικότητα μεταφοράς και διαχείρισης του υδροδοτικού συστήματος. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ευήνου, όπου ακόμη και όταν οι σήραγγες λειτουργούν στο μέγιστο, μέρος των υδάτων οδηγείται αναγκαστικά προς τη θάλασσα λόγω υπερχείλισης — μια ένδειξη των ορίων των υφιστάμενων υποδομών.
Η συγκυρία των αυξημένων αποθεμάτων αντιμετωπίζεται πλέον ως ευκαιρία επιτάχυνσης μεγάλων παρεμβάσεων. Στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκεται το υδροδοτικό έργο «Εύρυτος», προϋπολογισμού περίπου 535 εκατομμυρίων ευρώ, που στοχεύει στη μακροπρόθεσμη θωράκιση της υδροδότησης της Αττικής. Το έργο προβλέπει τη μερική εκτροπή των ποταμών Καρπενησιώτη και Κρικελιώτη προς τον ταμιευτήρα του Ευήνου, ενισχύοντας συνολικά το σύστημα Μόρνου–Ευήνου, από το οποίο εξαρτάται η υδροδότηση της πρωτεύουσας. Η εκτιμώμενη ετήσια ενίσχυση φτάνει τα 200 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, ποσότητα ικανή να μεταβάλει σημαντικά το ισοζύγιο σε περιόδους ανομβρίας. Η μεταφορά θα αξιοποιεί τη φυσική ροή και τη βαρύτητα, μειώνοντας το ενεργειακό κόστος λειτουργίας. Η δημοπράτηση αναμένεται το καλοκαίρι του 2026, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το πρώτο εξάμηνο του 2029, γεγονός που καθιστά σαφές ότι πρόκειται για έργο στρατηγικής ανθεκτικότητας και όχι άμεσης λύσης.
Παράλληλα, προχωρά η ενίσχυση της υδροδότησης μέσω γεωτρήσεων. Η Μαυροσουβάλα ήδη αποδίδει περίπου 32 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως, ενώ οι γεωτρήσεις στους Ούγγρους αναμένεται να προσθέσουν επιπλέον 50 εκατομμύρια έως το 2026. Στον Βοιωτικό Κηφισό σχεδιάζεται δίκτυο 17 γεωτρήσεων και τριών αντλιοστασίων, με ετήσια απόδοση περίπου 45 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων έως το 2027. Την ίδια στιγμή εξετάζονται σενάρια εγκατάστασης μονάδων αφαλάτωσης ως έσχατη λύση, ενώ προτεραιότητα δίνεται και στη μείωση απωλειών δικτύου, την αναβάθμιση υποδομών και την επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων — παρεμβάσεις που θεωρούνται εξίσου κρίσιμες με τα μεγάλα έργα μεταφοράς νερού.
Η κλιματική αλλαγή αλλάζει τους κανόνες
Ο επίκουρος καθηγητής του ΕΚΠΑ Μιχάλης Διακάκης έθεσε τη συζήτηση στο ευρύτερο επιστημονικό πλαίσιο, επισημαίνοντας ότι η Μεσόγειος αποτελεί πλέον ένα από τα βασικά «hot spots» της κλιματικής αλλαγής παγκοσμίως. Η περιοχή βιώνει ολοένα πιο συχνά ακραία και αλληλοσυνδεόμενα φαινόμενα — από καύσωνες και πυρκαγιές έως καταρρακτώδεις βροχές και μεσογειακούς κυκλώνες. Τα γεγονότα αυτά δεν λειτουργούν μεμονωμένα αλλά αλυσιδωτά, πιέζοντας ταυτόχρονα κρίσιμες υποδομές. Όπως εξήγησε, όταν ένα σύστημα φτάνει στο επίπεδο του «ακραίου», οι επιπτώσεις μεταφέρονται διαδοχικά σε ενέργεια, ύδρευση, υγεία και μεταφορές, όπως φάνηκε χαρακτηριστικά κατά την κακοκαιρία Daniel.
Η σημερινή εικόνα των ταμιευτήρων είναι σαφώς βελτιωμένη σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, όμως η Αττική εξακολουθεί να κινείται εντός ζώνης κινδύνου. Οι βροχές προσέφεραν μια παράταση — όχι μια μόνιμη λύση. Το πραγματικό στοίχημα, σύμφωνα με τους αρμόδιους φορείς, είναι αν αυτό το χρονικό περιθώριο θα μετατραπεί σε υποδομές, πρόληψη και στρατηγικό σχεδιασμό. Διότι η επόμενη περίοδος ανομβρίας θεωρείται σχεδόν βέβαιη· το ερώτημα είναι αν το υδροδοτικό σύστημα θα τη συναντήσει πιο έτοιμο ή ξανά στα όριά του.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0