Συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν 2026: Οι προσδοκίες της Άγκυρας και οι κόκκινες γραμμές της Αθήνας
Σε φάση προετοιμασίας νέας συνάντησης κορυφής εισέρχονται Αθήνα και Άγκυρα, με την τουρκική πλευρά να επαναφέρει, στην πράξη και στη ρητορική της, το σύνολο των πάγιων διεκδικήσεών της στο Αιγαίο, ενώ η ελληνική θέση παραμένει αμετάβλητη: μοναδική διαφορά προς επίλυση είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Τη χρονική στόχευση μιας νέας συνάντησης ανάμεσα στον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιβεβαίωσε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, δηλώνοντας ότι το ραντεβού προετοιμάζεται για τον Φεβρουάριο στην Άγκυρα, πριν από την έναρξη του Ραμαζανιού. Οι δηλώσεις του, ωστόσο, δεν περιορίστηκαν σε διαδικαστικού χαρακτήρα ανακοινώσεις· συνοδεύτηκαν από πολιτικά μηνύματα, αιχμές προς την ελληνική πλευρά και μια σαφή προσπάθεια να διατηρηθεί «ανοιχτή» η τουρκική ατζέντα στο σύνολό της.
Ιμάμογλου στο Politico: “Η Ελλάδα παραβιάζει τις συμφωνίες στο Αιγαίο”
Ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας, αναφερόμενος στις επαφές του με τον Έλληνα ομόλογό του Γιώργο Γεραπετρίτη, ανέφερε ότι η προετοιμασία της συνάντησης βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και ότι η τουρκική πλευρά επιδιώκει να πραγματοποιηθεί «το συντομότερο δυνατό». Η ουσία, όμως, βρίσκεται στο πλαίσιο που επιχειρεί να θέσει η Άγκυρα. Ο Χακάν Φιντάν εμφανίστηκε κατηγορηματικός ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία μόνο διαφορά, αλλά πρέπει να αφορά συνολικά «το ζήτημα του Αιγαίου». Με τη διατύπωση αυτή επανέρχεται η τουρκική αντίληψη περί «ολιστικής διευθέτησης» – μια λογική πακέτου, όπου συνυπάρχουν, πέρα από τις θαλάσσιες ζώνες, όλα τα γνωστά τουρκικά αιτήματα: από την αποστρατικοποίηση των νησιών έως τις λεγόμενες «γκρίζες ζώνες». Πρόκειται για προσέγγιση που η Αθήνα απορρίπτει σταθερά, θεωρώντας ότι άπτεται ζητημάτων κυριαρχίας και όχι «διαφοράς» που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η φράση Φιντάν ότι «θα καθίσουμε με την πρόθεση και τη θέληση να λύσουμε τα υπάρχοντα προβλήματα και δεν θα φύγουμε από το τραπέζι μέχρι να λυθεί το πρόβλημα», καθώς και η αναφορά του ότι η Τουρκία έχει «ξεκάθαρη στάση» για χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα. Οι διατυπώσεις αυτές αποτυπώνουν την τουρκική επιδίωξη να παρουσιαστεί η διαδικασία ως διαπραγμάτευση πολλαπλών κεφαλαίων – και όχι ως συζήτηση μιας συγκεκριμένης νομικής διαφοράς που, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να οδηγηθεί σε διεθνή δικαιοδοσία. Η συγκυρία των δηλώσεων δεν θεωρείται τυχαία. Η κίνηση της Αθήνας να προχωρήσει στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, αποτυπώνοντας για πρώτη φορά σε χάρτες τη δυνητική ΑΟΖ και τη δυνητική υφαλοκρηπίδα, έχει προκαλέσει έντονη ενόχληση στην Άγκυρα. Πρόκειται για επίσημο έγγραφο προς χρήση στο πλαίσιο της ΕΕ, το οποίο, όπως εκτιμάται, «αποδομεί» κρίσιμα στοιχεία του αφηγήματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», καθώς αποτυπώνει την υφιστάμενη εικόνα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο μέσα από ένα θεσμικό ευρωπαϊκό πρίσμα.
Παρά τις έντονες αποκλίσεις, ο δίαυλος επικοινωνίας παραμένει ανοιχτός στο πλαίσιο της Διακήρυξης των Αθηνών, με την ελληνική πλευρά να επιδιώκει –κατά δήλωσή της– διατήρηση ήπιου κλίματος και πρόληψη εντάσεων. Αυτό, όμως, δεν αίρει τη βασική διαφορά φιλοσοφίας: η Ελλάδα μιλά για μία διαφορά (ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα), η Τουρκία για «όλο το Αιγαίο». Στις ίδιες τοποθετήσεις, ο Χακάν Φιντάν άφησε αιχμές για το ελληνικό εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, λέγοντας ότι «οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις δεν επιτρέπουν σε κανέναν πολιτικό ηγέτη να λύσει εύκολα αυτό το ζήτημα», επιχειρώντας να μεταφέρει μέρος του βάρους στην Αθήνα. Δεν περιορίστηκε, μάλιστα, σε γενικές παρατηρήσεις: εμφανίστηκε επικριτικός και προσωπικά απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη, σχολιάζοντας ότι είναι ο μόνος Ευρωπαίος ηγέτης που φωτογραφίζεται με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, υποστηρίζοντας πως οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν ότι «δεν είναι καθόλου καλό» να ποζάρεις μαζί του αυτές τις ημέρες.
Από την ελληνική πλευρά, η γραμμή παραμένει σταθερή. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επανέλαβε ότι διαχρονικά η Ελλάδα αναγνωρίζει μία και μοναδική διαφορά με την Τουρκία: τον καθορισμό ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου. Διευκρίνισε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές για να οριστεί κοινή ημερομηνία για το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, πιθανότατα εντός Φεβρουαρίου, χωρίς όμως –μέχρι στιγμής– να έχει «κλειδώσει» ο χρόνος. Υπογράμμισε, παράλληλα, ότι τα υπόλοιπα ζητήματα μπορούν να τίθενται στο τραπέζι στο πλαίσιο του διαλόγου ως πολιτική ατζέντα, χωρίς αυτό να σημαίνει μετατροπή τους σε διαφορές κυριαρχίας προς διαπραγμάτευση.
Το επόμενο «κοντινό» ορόσημο πριν από τη συνάντηση κορυφής είναι οι συνομιλίες πολιτικού διαλόγου και η λεγόμενη «θετική ατζέντα», που έχουν προγραμματιστεί για τις 20 και 21 Ιανουαρίου στην Αθήνα. Επικεφαλής από ελληνικής πλευράς θα είναι η υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου και ο υφυπουργός Εξωτερικών Χάρης Θεοχάρης αντίστοιχα, ενώ από την τουρκική πλευρά θα συμμετάσχει ο υφυπουργός Εξωτερικών και πρέσβης Μποζάι. Στον πολιτικό διάλογο αναμένεται να συζητηθούν διμερή ζητήματα και διεθνείς εξελίξεις που μεσολάβησαν από την τελευταία συνάντηση, με σαφή στόχο την προετοιμασία του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.
Οι δηλώσεις Φιντάν προκάλεσαν και εσωτερικές πολιτικές αντιδράσεις στην Ελλάδα. Ο τομεάρχης Εξωτερικών του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρης Μάντζος, εξέφρασε προβληματισμό και ανησυχία, ζητώντας έμπρακτες εγγυήσεις ότι η πάγια εθνική θέση δεν θα τεθεί υπό αμφισβήτηση σε κανένα στάδιο του διαλόγου. Από την πλευρά του, ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε άμεση ενημέρωση της Βουλής και των πολιτικών κομμάτων για το πλαίσιο της επικείμενης συνάντησης, καθώς και ρητή δέσμευση ότι δεν θα τεθεί υπό διαπραγμάτευση κανένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας προβάλλει ως μια απόπειρα επαναβεβαίωσης του διαύλου επικοινωνίας σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών και ευρωπαϊκών πιέσεων. Στο ευρωπαϊκό πεδίο, επισημαίνεται και ο παράγοντας SAFE: ο αποκλεισμός της Τουρκίας –σε πρώτη φάση– από τον χρηματοδοτικό μηχανισμό έχει ενισχύσει την εκτίμηση ότι η Άγκυρα αντιλαμβάνεται πως η πρόσβασή της σε ευρωπαϊκά εξοπλιστικά και αμυντικά σχήματα περνά αναπόφευκτα μέσα από την εξομάλυνση με την Ελλάδα. Την ίδια ώρα, παραμένει ως κεντρικό σημείο αναφοράς το casus belli, καθώς όσο η Τουρκία δεν δείχνει πρόθεση να άρει την απειλή πολέμου, το περιθώριο ουσιαστικής εμβάθυνσης παραμένει εξαιρετικά περιορισμένο.
Αυτό που ακόμα δεν έχει ξεκαθαριστεί, είναι με ποια ατζέντα και με ποια προσδοκία θα προσέλθουν οι δύο πλευρές. Η Άγκυρα επιδιώκει να κρατήσει «όλα στο τραπέζι». Η Αθήνα επιχειρεί να απομονώσει νομικά τη μία διαφορά και να κρατήσει ανοιχτό τον διάλογο στα υπόλοιπα ως πολιτική διαχείριση. Από την ισορροπία αυτών των δύο γραμμών –και από το κατά πόσο θα αντέξει στην πράξη– θα κριθεί το περιεχόμενο και η χρησιμότητα της επόμενης συνάντησης κορυφής.
Ποια είναι η αντίδρασή σας;
Μου αρέσει
0
Μη Αγαπημένο
0
Αγάπη
0
Αστείο
0
Θυμωμένος
0
Λυπημένος
0
Ουάου
0